Ανθρωποι της Προποντίδος οι Χαλκιανοί,όπως και οι λοιποί θαλασσινοί των Πριγκηπονήσων,έμπειροικαραβοκυραίοι,γκεμιτζίδες,καϊκτσήδες και ψαράδες,επόμενο να τιμούν και ν’άχουνε προστάτη τους τον `Αγιο Νικόλαο,τον «μεγάλο καπετάνιο» όπως τον αποκαλούσαν,που με τo αυλακωμένο μέτωπο και τα κάτασπρα γένια,σκεπασμένος με ασήμια και τάματα,τους ευλογούσε από το μεγάλο εικόνισμα στο νάρθηκα της εκκλησίας τους. Σε δύσκολες ώρες,όλοι τον είχανε δει μέσα στις φουρτούνες,καταμεσίς του πελάγου, να ερχεται να κάθεται στο τιμόνι του γρυποκάϊκου και κάθε καϊκι μέσα στην κουμάνια του φύλαγε ευλαβικά τα κόλυβα του Αγίου,που κάθε χρόνο οι καραβοκυραίοι έκαναν στη μνήμη του. « Σε καιρούς μποράνικους έφθανε να ρίξουν δύο τρία σπυριά στη θάλασσα,για να καταλαγιάσει το κύμα και να μερώσει το πέλαγο….» Στο έμβασμα του χωριού και δίπλα σε αιωνόβιο πλάτανο,στη πλατεία της Λόντζας που όριζε τις δύο γειτονιές της Χάλκης,τη Γλύφα και τα Γαλεντζάδικα,δέσποζε κάποτε με δύο και τρία πατώματα ,επιβλητικό,το μεγάλο κωδωνοστάσιο της Εκκλησίας του Αγίου. Λένε πως σε πολύ πολύ παλιά χρόνια,η θέση αυτή ήταν παραθαλάσσια και πως με τις συνεχείς επιχωματώσεις και τη λάσπη που κατέβαζαν οι βροχές ο χώρος κατάντησε μεσόγειος. Λέγεται ακόμα πως ο αρχαίος αυτός ναός,κτίσμα βυζαντινό,οικοδομημένο με πλίνθους και χορασάνι,καθόλου απίθανο να διατηρούσε την αρχική του μορφή μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα. `Οταν με τις τακτικές συγκοινωνίες των πρώτων ατμηλάτων πλοίων, που με τα μεγάλα τσάρκια τους άρχισαν να οργώνουν τη θάλασσα του Μαρμαρά,περίσσευσαν οι κάτοικοι και άκμασε το νησί,οι Χαλκιανοί, «διά μόχθων πολλών και δαπάνης ουκ ολίγης»,ανοικοδόμησαν εκ βάθρων τον μικρό αυτό ναϊσκο «επί το μεγαλύτερον και το λαμπρότερον»,ώστε να ανταποκρίνεται στις θρησκευτικές ανάγκες των πιστών. Αυτά συνέβαιναν το 1857 και κάλφας της εκκλησίας υπήρξε ο Χατζή Στεφανής Γαϊτανάκης ,ο σουλτανικός αρχιτέκτων που ο πέτρινος πύργος του δέσποζε με τον βαρύ τετράγωνο όγκο του σε όλη τη χώρα της Χάλκης. Κάθε Μεγάλη Εβδομάδα,ευγνώμονες οι Χαλκιανοί και από σεβασμό στη μνήμη του ευεργέτη τους,έμελλε να περάσουν τον Επιτάφιο κάτω από τον πούντο του πύργου. Το ίδιο γινόταν και την τρίτη ημέρα του Πάσχα,που θα λειτάνευαν τις εικόνες της Εκκλησίας σε όλο το νησί. Ο ναός,αρχιτεκτόνημα μεγαλόπρεπο,οικοδομημένο σε ρυθμό τρίκλιτης βασιλικής,υπήρξε από τους πρώτους τους μετά την `Αλωση ναούς που επέτρεψαν οι κρατούντες να κτισθεί με τρούλλο,καθώς ο Χατζή Στεφανής,που έχαιρε την εύνοια του Σουλτάνου Αμπντούλ-Μετζήτ,είχε φροντίσει ασφαλώς να εξασφαλίσει την έκδοση του σχετικού αυτοκρατορικού διατάγματος. Τέσσερις άλλοι μικρότεροι πλαισιωναν αρχικά τον κεντρικό μολυβδοσκέπαστο τρούλλο,ενώ το κωδωνοστάσιο δέσποζε στη χώρα,ορατό από μακριά. Αυτά μέχρι τον μεγάλο σεισμό του 1894 που ισοπέδωσε τα πάντα … Η κοινότητα της Χάλκης «φιλοτίμως φερομένη» είχε σπεύσει να παραγγείλει στη Μόσχα » κώδωνα μέγιστο»,τον οποίο επιθυμώντας να καταστήσει «αργυρόηχο»και «ηδύφωνο»,είχε διατάξει την τήξη εντός αυτού, «έναντι αδροτάτων δαπανών»,ευγενών και πολυτίμων μετάλλων όπως χρυσό, άργυρο και άλλα. Αυτά μας πληροφορεί ο Μουρουνάκης ,παλιός πρόεδρος της κοινότητας,γνωρίζουμε δε,στα καλά εκείνα χρόνια,οπότε προσήρχετο ο Πατριάρχης μετά της συνοδείας του στη Χάλκη και μόλις απέπλεε το ατμόπλοιο από την Αντιγόνη,ηχούσε χαρμόσυνα η μεγάλη καμπάνα του Αγ.Νικόλα και αντιβοούσαν στα πευκοδάση τα σήμαντρα και οι κωδωνοκρουσίες από τις σκήτες και τα μοναστήρια του νησιού. Το εικονοστάσι της εκκλησίας,κατασκευασμένο από καλώς επεξεργασμένο λευκότατο και λείο μάρμαρο,έφερε μέσα σε πλαίσια δώδεκα μεγάλου μεγέθους ρωσσικές εικόνες,παραγγελμένες και αυτές σε μοναστήρι της Μόσχας,ενώ δεσπόζει πάντα,ανηρτημένος από δύο τεράστια τόξα ο «μεγίστων διαστάσεων» εξαίσιος εκείνος πολυέλαιος , «καλλιτεχνίας αληθές αριστούργημα»,για την αγορά του οποίου από το Παρίσι,η κονότητητα είχε δαπανήσει διακόσιες πενήντα χρυσές Οθωμανικές λίρες. Στήν είσοδο του καθολικού σωζεται το επίγραμμα του «μουσοτραφούς» Ηλία Τανταλίδη,του τυφλού ποιητού της Χάλκης,ενώ επάνω από τη μεγάλη εξωτερική πύλη του ναού υπάρχει χαραγμένο το αρχαιοπρεπές ποίημα ενός άλλου Χαλκιανού, του καθηγητού της Θεολογικής Σχολής Λεάνδρου Αρβανιτάκη,που έζησε και πέθανε σε σπίτι του Παπαμαχαλλά. Από τις σωζόμενες αξιόλογες αγιογραφίες,εικόνες της παλαιάς εκκλησίας,πέραν αυτής του πολιούχου Αγίου στο νάρθηκα του