Ιστορία της νήσου ΧΑΛΚΗΣ

O ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ *

Αρθρο του Ακ.Μηλλα 

117Ανθρωποι της Προποντίδος οι Χαλκιανοί,όπως και οι λοιποί θαλασσινοί των Πριγκηπονήσων,έμπειροικαραβοκυραίοι,γκεμιτζίδες,καϊκτσήδες και ψαράδες,επόμενο να τιμούν και ν’άχουνε προστάτη τους τον `Αγιο Νικόλαο,τον «μεγάλο καπετάνιο» όπως τον αποκαλούσαν,που με τo αυλακωμένο μέτωπο και τα κάτασπρα γένια,σκεπασμένος με ασήμια και τάματα,τους ευλογούσε από το μεγάλο εικόνισμα στο νάρθηκα της εκκλησίας τους. Σε δύσκολες ώρες,όλοι τον είχανε δει μέσα στις φουρτούνες,καταμεσίς του πελάγου, να ερχεται να κάθεται στο τιμόνι του γρυποκάϊκου και κάθε καϊκι μέσα στην κουμάνια του φύλαγε ευλαβικά τα κόλυβα του Αγίου,που κάθε χρόνο οι καραβοκυραίοι έκαναν στη μνήμη του. « Σε καιρούς μποράνικους έφθανε να ρίξουν δύο τρία σπυριά στη θάλασσα,για να καταλαγιάσει το κύμα και να μερώσει το πέλαγο….» Στο έμβασμα του χωριού και δίπλα σε αιωνόβιο πλάτανο,στη πλατεία της Λόντζας που όριζε τις δύο γειτονιές της Χάλκης,τη Γλύφα και τα Γαλεντζάδικα,δέσποζε κάποτε με δύο και τρία πατώματα ,επιβλητικό,το μεγάλο κωδωνοστάσιο της Εκκλησίας του Αγίου. Λένε πως σε πολύ πολύ παλιά χρόνια,η θέση αυτή ήταν παραθαλάσσια και πως με τις συνεχείς επιχωματώσεις και τη λάσπη που κατέβαζαν οι βροχές ο χώρος κατάντησε μεσόγειος. Λέγεται ακόμα πως ο αρχαίος αυτός ναός,κτίσμα βυζαντινό,οικοδομημένο με πλίνθους και χορασάνι,καθόλου απίθανο να διατηρούσε την αρχική του μορφή μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα. `Οταν με τις τακτικές συγκοινωνίες των πρώτων ατμηλάτων πλοίων, που με τα μεγάλα τσάρκια τους άρχισαν να οργώνουν τη θάλασσα του Μαρμαρά,περίσσευσαν οι κάτοικοι και άκμασε το νησί,οι Χαλκιανοί, «διά μόχθων πολλών και δαπάνης ουκ ολίγης»,ανοικοδόμησαν εκ βάθρων τον μικρό αυτό ναϊσκο «επί το μεγαλύτερον και το λαμπρότερον»,ώστε να ανταποκρίνεται στις θρησκευτικές ανάγκες των πιστών. Αυτά συνέβαιναν το 1857 και κάλφας της εκκλησίας υπήρξε ο Χατζή Στεφανής Γαϊτανάκης ,ο σουλτανικός αρχιτέκτων που ο πέτρινος πύργος του δέσποζε με τον βαρύ τετράγωνο όγκο του σε όλη τη χώρα της Χάλκης. Κάθε Μεγάλη Εβδομάδα,ευγνώμονες οι Χαλκιανοί και από σεβασμό στη μνήμη του ευεργέτη τους,έμελλε να περάσουν τον Επιτάφιο κάτω από τον πούντο του πύργου. Το ίδιο γινόταν και την τρίτη ημέρα του Πάσχα,που θα λειτάνευαν τις εικόνες της Εκκλησίας σε όλο το νησί. Ο ναός,αρχιτεκτόνημα μεγαλόπρεπο,οικοδομημένο σε ρυθμό τρίκλιτης βασιλικής,υπήρξε από τους πρώτους τους μετά την `Αλωση ναούς που επέτρεψαν οι κρατούντες να κτισθεί με τρούλλο,καθώς ο Χατζή Στεφανής,που έχαιρε την εύνοια του Σουλτάνου Αμπντούλ-Μετζήτ,είχε φροντίσει ασφαλώς να εξασφαλίσει την έκδοση του σχετικού αυτοκρατορικού διατάγματος. Τέσσερις άλλοι μικρότεροι πλαισιωναν αρχικά τον κεντρικό μολυβδοσκέπαστο τρούλλο,ενώ το κωδωνοστάσιο δέσποζε στη χώρα,ορατό από μακριά. Αυτά μέχρι τον μεγάλο σεισμό του 1894 που ισοπέδωσε τα πάντα … Η κοινότητα της Χάλκης «φιλοτίμως φερομένη» είχε σπεύσει να παραγγείλει στη Μόσχα » κώδωνα μέγιστο»,τον οποίο επιθυμώντας να καταστήσει «αργυρόηχο»και «ηδύφωνο»,είχε διατάξει την τήξη εντός αυτού, «έναντι αδροτάτων δαπανών»,ευγενών και πολυτίμων μετάλλων όπως χρυσό, άργυρο και άλλα. Αυτά μας πληροφορεί ο Μουρουνάκης ,παλιός πρόεδρος της κοινότητας,γνωρίζουμε δε,στα καλά εκείνα χρόνια,οπότε προσήρχετο ο Πατριάρχης μετά της συνοδείας του στη Χάλκη και μόλις απέπλεε το ατμόπλοιο από την Αντιγόνη,ηχούσε χαρμόσυνα η μεγάλη καμπάνα του Αγ.Νικόλα και αντιβοούσαν στα πευκοδάση τα σήμαντρα και οι κωδωνοκρουσίες από τις σκήτες και τα μοναστήρια του νησιού. Το εικονοστάσι της εκκλησίας,κατασκευασμένο από καλώς επεξεργασμένο λευκότατο και λείο μάρμαρο,έφερε μέσα σε πλαίσια δώδεκα μεγάλου μεγέθους ρωσσικές εικόνες,παραγγελμένες και αυτές σε μοναστήρι της Μόσχας,ενώ δεσπόζει πάντα,ανηρτημένος από δύο τεράστια τόξα ο «μεγίστων διαστάσεων» εξαίσιος εκείνος πολυέλαιος , «καλλιτεχνίας αληθές αριστούργημα»,για την αγορά του οποίου από το Παρίσι,η κονότητητα είχε δαπανήσει διακόσιες πενήντα χρυσές Οθωμανικές λίρες. Στήν είσοδο του καθολικού σωζεται το επίγραμμα του «μουσοτραφούς» Ηλία Τανταλίδη,του τυφλού ποιητού της Χάλκης,ενώ επάνω από τη μεγάλη εξωτερική πύλη του ναού υπάρχει χαραγμένο το αρχαιοπρεπές ποίημα ενός άλλου Χαλκιανού, του καθηγητού της Θεολογικής Σχολής Λεάνδρου Αρβανιτάκη,που έζησε και πέθανε σε σπίτι του Παπαμαχαλλά. Από τις σωζόμενες αξιόλογες αγιογραφίες,εικόνες της παλαιάς εκκλησίας,πέραν αυτής του πολιούχου Αγίου στο νάρθηκα του ναού,σημαντικότερες υπήρξαν η εικόνα της Θεοτόκου Κυρίας των Αγγέλων,έργο του 16ου αιώνα ,ο Χριστός Παντοκράτωρ της αυτής εποχής και τεχνοτροπίας,η αμφιπρόσωπη εικόνα Ιωάννου του Προδρόμου,έργο αξιόλογο του 16ου επίσης αιώνα που πιθανόν να προέρχεται από τη μονή Τιμίου Προδρόμου της Σωζουπόλεως,μία «υπερφυσικού μεγέθους» παλιά εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ,ανηρτημένη άλλοτε στην κλίμακα του γυναικωνίτου και τέλος,η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης,την οποία η Φιλόπτωχος Αδελφότης κυριών Χάλκης είχε επενδύσει με βαρύτιμο αργυρό υποκάμησο και γιά το σκοπό αυτό είχε φροντίσει να κυκλοφορήσει εντός του ναού και ειδικό «νόμισμα εκκλησίας» των 10 και 20 παράδων. Στο σύνθρονο μπροστα του Ιερού Βήματος και κάτω από την Αγία Τράπεζα,βρίσκεται ο τάφος του Πατριάρχου Σαμουήλ Α`του Χαντζερή,που πέθανε στο νησί το 1775 Μαϊου δέκα. Το ηρωοελεγείο που ήταν χαραγμένο στην επιτάφιο πλάκα του,είναι χρόνια τώρα που έχει φθαρεί. Στο προαύλιο του ναού σωζόνταν επίσης οι τάφοι του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Αρτεμίου του Κρητός (1858),του Μητροπολίτου Χαλκηδόνος Γερασίμου (1876) και του πατρός του Πρεσβυτέρου και Σακελλαρίου Θεοδώρου (1855),της ανεψιάς του Πατριάρχου Γρηγορίου του Στ. Αρτεμησίας (1865) και πλείστων επωνύμων και ανωνύμων που,δυστυχώς,τις επιτάφιες πλάκες τους χρησιμοποίησαν στην επίστρωση του προαυλίου της νέας εισόδου που άνοιξαν αριστερα της μεγάλης του καθολικού Πύλης,μετά τον μεγάλο σεισμό των Πριγκηπονήσων. Στον καταστροφικό αυτό σεισμό,που συνέβη τον Ιούνιο του 1894 και επίκεντρό του είχε τη θάλασσα της Προποντίδος,ειχε βλαβεί σημαντικά ο μεγάλος κεντρικός Τρούλλος ,τα γεισώματα στο ύψος των παραθύρων και είχαν διαρραγεί πέρα γιά πέρα οι τοίχοι της εκκλησίας. Τότε ήταν που κατάπεσε και το υπερύψηλο καμπαναριό με τις απανωτές κολώνες, καύχημα των Χαλκιανών όλων. Τις οικονομικές δυσχέρειες που είχε να αντιμετωπίσει η τότε Εφοροεπιτροπή ήρθε να καλύψει με γενναία του χορηγία ο Κωνσταντίνος Ηλιάσκος ,που έκτοτε αναγορεύτηκε Μέγας Ευεργέτης της Νήσου. Οι επισκευές άρχισαν αμέσως,οι αναγκαίες όμως επεμβάσεις έμελλε να αλλοιώσουν αισθητά την άλλοτε ανάλαφρη αρχιτεκτονική γραμμή του κτίσματος. Τότε κατασκευάσθηκαν και οι τέσσερις «διά κεράμων στέγες» που εξαφάνισαν τους ισάριθμους μικρότερους τρούλλους της εκκλησίας. Το συγκρότημα μετά θα «βάραινε» έτι περισσότερο όταν στη θέση των ξυλίνων κελιών και των παραπηγμάτων που στεγαζόταν το «κοβούσι της αντλίας»,όπου φυλαγόταν η «τουλούμπα του Αη Νικόλα» ,κτίστηκαν τα πέριξ του ναού κακόγουστα «προσοδοφόρα καταστήματα» της Κοινότητας. Το μόνο που δεν ξανακτίστηκε ήταν το παλαιό εκείνο κωδωνοστάσιο, στην ανέγερση του οποίου είχαν αντιταχθεί οι Τουρκικές αρχές και θα περνούσαν πολλές δεκαετίες όταν με δωρεά από το εξωτερικό αντικαταστάθηκε το πρόχειρο ξύλινο κατασκεύασμα,δήθεν καμπαναριό,που είχαν υψώσει σε μιά άκρη του αυλογύρου οι επιτροποι της Χάλκης. `

 

 

==== Ο ΠΑΠΑΪΑΚΩΒΟΣ ΤΗΣ ΧΑΛΚΗΣ ====

 

του Γέροντος Χαλκηδόνος Ἀθανασίου

Ο ΑΞΕΧΑΣΤΟΣ ΠΑΠΑΪΑΚΩΒΟΣ

Ο ΑΞΕΧΑΣΤΟΣ ΠΑΠΑΪΑΚΩΒΟΣ

Ὡς γνωστόν, οἱ διαθέτοντες «διεισδυτικὰ» ὄργανα καὶ χαρίσματα διακρίνουν τοὺς ἀνθρώπους, ἔστω καὶ μετὰ διαβαθμίσεων, εἰς «τίποτα» καὶ εἰς πηγὰς θετικῶς γραφικὰς καὶ πλουσίας ἐμπνεύσεως. Εἷς τοιοῦτος ἦτο καὶ ὁ Ἀρχιμ. Ἰάκωβος Ἰωσηφίδης, ὁ Παπαϊάκωβος τῆς Χάλκης. Ἐγεννήθη τὸ 1880 πιθανῶς εἰς τὸ Ζιντσίδερε τῆς μαρτυρικῆς Καππαδοκίας, ὅπου ἡ περίπυστος Ἱερατικὴ Σχολὴ Ἱ. Μονῆς Τιμίου Προδρόμου.

Μορφωθεὶς καὶ ἱερωθείς, ὑπηρέτησεν ἀπὸ διαφόρων θέσεων τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν καὶ ὡς ἱερατικὸς προϊστάμενος τῆς Κοινότητος Χάλκης μέχρι τοῦ ἔτους 1951, ἐκμετρήσας τὸ ζεῖν τὸ 1959. Εἰς τὴν ἐξόδιόν του ἀκολουθίαν ἐξαίρετον λόγον ἐξεφώνησεν ὁ σοφὸς καὶ εὐαίσθητος ποιητὴς Πριγκηποννήσων Δωρόθεος, παρίσταντο δὲ Ἱεράρχαι, οἱ καθηγηταὶ τῆς ἐρατεινῆς Ἱ. Θεολογικῆς Σχολῆς καὶ ἄλλοι πολλοί, τιμῶντες τὴν ἀγαθὴν μνήμην τοῦ ἐκλιπόντος.

Παπαϊάκωβος ἦτο εἷς ρέκτης Λευΐτης, μεμορφωμένος, φιλάνθρωπος ἀλλὰ ἀθυρόστομος –διὸ καὶ δὲν ἦτο ἀρεστὸς εἴς τινας– καὶ ναλέτης. Εὑρισκόμενος εἰς Θεσσαλονίκην, πεσὼν ἐκ τοῦ ὑποζυγίου ἐχωλώθη. Καὶ ἐκ τοῦ βαδίσματός του, τὸ ὁποῖον ἐσχημάτιζέ πως μίαν «linea serpentinata» καθὼς αἱ ὑστερογοτθικαὶ Μαντόναι, ἢ ὁ Ἀναστὰς Κύριος εἰς παραστάσεις τῆς «εἰς Ἅδου Καθόδου», διαρκῶς κατερχόμενος καὶ ἀνερχόμενος εἰς τὸν ἐπίγειον «Ἅδην» του, προσέδιδε εἰς αὐτὸν ἰδιαιτέραν «βασανο-γοητείαν

Ἦτο καλλίφωνος καὶ δωρικός, ὡς καὶ ὁ τάφος του ἐν Χάλκῃ. Μετὰ τὸ Ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον ἀνεγίνωσκε καὶ τὸ τῆς ἑορτῆς. Εἰς τὸ «Ὅπως ὑπὸ τοῦ κράτους Σου» ἐτράνταζεν ἡ ἐκκλησία. Τὴν Μ. Πέμπτην τὸ ἑσπέρας εἰς τὴν περιφοράν, ὅταν ἐξεφώνει τὸ «Σήμερον κρεμᾶται» ἔκλαιγεν γοερῶς. Ἠνοχλεῖτο δὲ λίαν καὶ δικαίως, ἐκ τοῦ θορύβου τῶν μειρακίων ἐν τῷ Ἱερῷ, ἀγριοθεωρῶν ταῦτα καὶ ἐπιπλήττων, ἐνῶ εἰς τὰς ρύμας καὶ ἀγυιὰς διένειμεν πρὸς αὐτὰ τὴν εὐχήν του, μετὰ φοντὰν καὶ κουφέτων! Προσπαθῶν ἴσως «νὰ συνδυάσει» τὸν Ἑλληνισμὸν μετὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἔθυεν ἐνθέρμως εἰς τὸν Βάκχον καὶ εἰς μίαν βάπτισιν μετεωρισθείς, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ νεογνὸν ὀδύρετο ὡς συνήθως, ἐκμανεὶς ἀνέκραξεν: «Στάσου ρὲ νὰ σὲ κάνω Χριστιανό». Καὶ τοῦτο μόνον εὐτυχῶς. Ἦτο κατὰ τῶν ἐπικηδείων, καθ’ ὅτι οὗτοι τότε συχνάκις «παρηγγέλλοντο»! Ἐνῶ σήμερον οὐχὶ σπανίως τυγχάνουν οὐχὶ μόνον ἐξωπραγματικοὶ ἀλλὰ καὶ γλοιώδεις. Θανούσης δὲ ἐν Χάλκῃ κυρίας τινὸς τοῦ ὁριζοντίου métier καὶ τοῦ συντελοῦντος τὴν ἀκολουθίαν ἐκφωνοῦντος λόγον «ἁγιοποιητικόν», παρενέβη βιαίως, διακόψας αὐτὸν εὐθαρσῶς.

Ἐγνώριζε καλῶς τὸ Κοράνιον –λυπηρὸν δέ, τὸ ὅτι δὲν ὑφίστατο τότε Ἐπιτροπὴ τοῦ Διαλόγου μετὰ τοῦ Ἰσλάμ, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο χρήσιμος–, καὶ ἡμέραν τινὰ εἰς τὸ καφενεῖον, ἐκάθισεν παρ’ αὐτῷ ὁ ἰμάμης Ἀχμὲτ καὶ ὁ π. Ἰάκωβος τὸν ἠρώτησέ τι προσθέσας: «Ὁπόταν θέλεις ἀπάντησέ μου». Οὗτος δὲ παρὰ τὰς διεξοδικὰς ἐρεύνας του οὐδὲν εὗρεν, ὁπότε ὁ Παπαϊάκωβος τοῦ τὸ ἐξήγησεν Πολλά εἰσι τὰ εὐτράπελα, τὰ ὁποῖα παλαιότεροι διηγοῦνται περὶ αὐτοῦ. Ἰδοὺ μερικά: Συνεδέετο μετὰ τοῦ ἀοιδίμου Μαξίμου τοῦ Ε’ ὡς καὶ ὁ Ἀρχιμ. Φ. Βιτάλης, καὶ τοῦ Περγάμου Ἀδαμαντίου. Ἐλειτούργει μετ’ αὐτοῦ, ἔπαιζε δὲ καὶ τάβλιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐνίοτε δὲν ἠδύνατο νὰ ἀπαλλαγεῖ ἐκ τοῦ πάθους τῆς ὑποκλοπῆς. Διὸ καὶ «λαζικῶς» ἐτιμωρήθη διὰ κεφαλικῆς «ταβλιοχειροτονίας». Ἀνακύψαντός δέ ποτε σπουδαίου θέματος, μετέβη νύκτωρ ἐκ Χάλκης λεμβικῶς πρὸς τὸν ἐν Ἰερείᾳ σχολάζοντα Παναγιώτατον.

Μίαν φορὰν ἐπρόκειτο νὰ ἔλθει εἰς Χάλκην Ἀθηναγόρας ὁ πάνυ, καὶ ὁ κόσμος ἤρχισε νὰ συναθροίζεται περὶ τὸν ναόν, ὁ ὁποῖος ἦτο κλειστός. Ἤρχισαν τότε νὰ τὸν ἀναζητοῦν καὶ τὸν εὗρον καθήμενον, οὐχὶ ἐν τῷ ἱερῷ, ἀλλὰ ἐν τῷ οἴκῳ του. Εἰρωνεύετο τὴν ἐλέῳ Θεοῦ παραδοσιακὴν οἰκονομικὴν γλισχρότητα τῶν ἀρχιερέων, καὶ οὐχὶ μόνον, μὲ τὴν χρῆσιν γαλοτσίων κατὰ τὴν ἄνοδόν των εἰς τὸν Λόφον τῆς Ἐλπίδος, ἐν μέσῳ χειμῶνι. Προπορευόμενός ποτε μικρᾶς «πομπῆς», προσῆλθον πρὸς αὐτὸν οἱ πιστοὶ πρὸς ὑποβολὴν σεβασμάτων, ὁπότε οὗτος ἀνέκραξεν: «ὀπίσω μου ὁ ἐρχόμενος» (Ματθ. 3,11).

Ἡμέραν τινά, ἔφερεν ἁρμενόμορφον καλπάκιον ἐν τῷ Ἱερῷ, ἀνωτέρου δὲ κληρικοῦ παρισταμένου καὶ τοῦτο μεμψαμένου, οὗτος ἤρχισεν τὸν «χορὸν τοῦ Ἡσαΐου» προσεπιδηλώσας: «Καὶ διατί Ὑμεῖς φέρετε κολλάρον;». Ἐφοροεπίτροπος ναοῦ, διαρκῶς κατεπολέμει αὐτὸν –πρᾶγμα διόλου ἀσύνηθες- τούτου χριστομιμητικῶς σιωπῶντος. Τοῦ «Πιλάτου» δὲ εἰς τὰς αἰωνίους μονὰς μεταστάντος, ὁ τελέσας τὴν ταφὴν π. Ἰάκωβος κατέληξεν: «Καὶ τώρα σὲ παραδίδω εἰς τὴν δικαιοκρισίαν τοῦ Θεοῦ».

Εἶχεν δύο οἰκονόμους, ἐξ ὧν ἡ μία ἡ Εὐλαλία. Συκοφαντηθέντος δὲ αὐτοῦ -ὡς συνήθως- ὅτι συνῆψε σχέσεις μετὰ μίας ἐξ αὐτῶν, ἐστάλη ἐπιστολὴ ἐκ Φαναρίου διὰ δύο διακόνων, καὶ τούτων ποιησάντων τὴν νενομισμένην πρὸ αὐτοῦ μετάνοιαν, οὗτος ἀπήντησεν: «Εἴπατε εἰς τοὺς ’’καταδότας’’, ὅτι ἐγὼ βαπτίζω τὰ τέκνα των». Ἐπ’ αὐτοῦ δέ, μαθὼν ὅτι συνέζει τις ἀνύμφευτος καὶ μὴ συναινῶν πρὸς τοῦτο, ἐτέλεσε τὸν γάμον αὐτοῦ ληστρικῶς.

Τοιοῦτος τοίνυν πως, ἦτο ὁ Παπαϊάκωβος. Ἕνας ἀτόφιος Λευΐτης τῆς Βασιλευούσης καὶ τοῦ Πανιέρου Θρόνου. Ἀκουσάτωσαν λαοί, φυλαὶ καὶ γλῶσσαι. Αἰωνία αὐτοῦ ἡ μνήμη!
Θερμὰς εὐχαριστίας εἰς τοὺς ἁγίους Δέρκων, Λύστρων, Λαμψάκου, π. Γ. Τσέτσην καὶ π. Σμάραγδον, καθηγ. Β. Σταυρίδην, Α. Πρόκου-Τουρκὲρ καὶ ὅλως ἰδιαιτέρως εἰς τὸν Ἄρχοντα Ν. Ἀλγιανάκ, διὰ τὰ στοιχεῖα ποὺ ἔδωσαν καὶ τὴν βοήθειάν των.