Διάφορα δημοσιεύματα

» Η Αποστολικότητα τής Εκκλησίας τής Κωνσταντινουπόλεως «

 

Επ’ ευκαιρία τής εορτής τού Πρωτοκλήτου των Αποστόλων Αγ. Ανδρέου στις 30 Νοεμβρίου 2014 και έχοντας υπόψη την «ταυτότητα» τού Συνδέσμου μας, ο Ομότιμος Καθηγητής Φιλοσοφίας και Ειδικός Γραμματέας Σώματος Ομοτίμων Καθηγητών κ. Λαυρέντιος Δελλασούδας έχει θέσει στη διάθεσή μας σχετική ομιλία του με θέμα την Αποστολικότητα τής Εκκλησίας τής Κωνσταντινουπόλεως, την οποία είχε πραγματοποιήσει σε σχετική εκδήλωση τής Ένωσης Κωνσταντινουπολιτών και λοιπών Σωματείων στις 3.12.2006.Την αναρτούμε με μεγάλη μας χαρά και τον ευχαριστούμε.

 

Η αποστολικότητα τού Βυζαντίου βεβαίωση τής αποστολικότητας τής Εκκλησίας τής Κωνσταντινουπόλεως
[Ομιλία στο Πνευματικό Κέντρο Κωνσταντινουπολιτών, κατά την «εκδήλωση εις μνήμην τού Αποστόλου Ανδρέου τού Πρωτοκλήτου, Ιδρυτού τής Εκκλησίας τού Βυζαντίου» (3 Δεκεμβρίου 2006)]
Θεωρώ ιδιαίτερη τιμή την πρόσκληση τής Ένωσης Κωνσταντινουπολιτών και των λοιπών Σωματείων, προκειμένου να ομιλήσω κατά τη σημερινή εόρτειο εκδήλωση εις μνήμην τού Αποστόλου Ανδρέου τού Πρωτοκλήτου, Ιδρυτού τής Εκκλησίας τού Βυζαντίου. Οφείλω επίσης να καταθέσω ότι, παρά τις αρχικές αντιρρήσεις μου και τις εν συνεχεία επιφυλάξεις μου, αποδέχθηκα τελικά την πρόσκληση αυτή όχι μόνο για λόγους αντικειμενικούς –τους οποίους υπαγορεύει η κοινωνική συγκυρία- αλλά και για λόγους υποκειμενικούς, δηλαδή συναισθηματικούς.
Στην πρώτη περίπτωση εντάσσονται οι λόγοι τους οποίους υπαγορεύει η υποχρέωση των παραγόντων τής αγωγής να διασώζουν το χθες και να το παραδίδουν στο σήμερα, δηλαδή στους νέους ανθρώπους, προκειμένου να οικοδομείται το σήμερα και να προετοιμάζεται το αύριο. Έτσι, αφενός μεν, αξιοποιείται η γόνιμη σκέψη και δράση τού παρελθόντος και αποφεύγεται η επανάληψη ανεπίτρεπτων λαθών και παραλείψεων, αφετέρου δε, αναγνωρίζεται και αποδίδεται η δέουσα τιμή στα πρόσωπα και τα έργα εκείνα που αποτελούν τις πηγές τής ζωής μας. Την αντίληψη αυτή, αν και θεωρητικά σχεδόν όλοι δεν την απορρίπτουμε, στην πράξη δυστυχώς αγωνιζόμαστε -συνειδητά ή ασυνείδητα- να επιβάλουμε την άποψη ότι όλοι προερχόμεθα από παρθενογένεση και, εν πάση περιπτώσει ότι δεν θα πρέπει να ασχολούμεθα με την προέλευση ή την καταγωγή μας.
Στη δεύτερη περίπτωση, εντάσσονται οι υποκειμενικοί λόγοι, στους οποίους περιλαμβάνονται: Πρώτον, η ευκαιρία επανάληψης -για μια ακόμη φορά- μιας αναγκαίας ομολογίας εκ μέρους μου. Ότι δηλαδή η σημερινή μου θέση οφείλεται μεν, κατ’ αρχήν, στους γονείς μου, όμως η συμβολή τής Εκκλησίας στις πρώτες πανεπιστημιακές μου σπουδές υπήρξε οιονεί αποφασιστικής σημασίας. Η συμβολή αυτή, θέλω να πιστεύω ότι τελέστηκε υπό την σκέπη τού πολιούχου τής γενέτειράς μου, δηλαδή τής πόλης στην οποία «σταυρώθηκε» ο πρωτόκλητος Απόστολος Ανδρέας, έχοντας εν τω μεταξύ ιδρύσει, όπως θα δούμε στη συνέχεια, την Εκκλησία τής Κ-Πόλεως, η οποία και αποτελεί το θέμα τής σημερινής ομιλίας. Και δεύτερον, η συναισθηματική ικανοποίηση την οποία θα μου έδινε, αφενός μεν, η εκ νέου ενασχόλησή μου με την πρώτη επιστήμη την οποία σπούδασα -την Θεολογία- και, αφετέρου, η συμβολή, ως λειτουργού τής Παιδαγωγικής Επιστήμης πλέον, στη βράβευσή των μαθητών επ’ ευκαιρία τής καθιερωμένης εόρτειας αυτής εκδήλωσης.

Ο πρωτόκλητος των αποστόλων Ανδρέας και ο αδελφός του Πέτρος ήταν γιοι τού Ιωνά, κατάγονταν από τη Βηθσαϊδά τής Γαλιλαίας και, όπως ο πατέρας τους, ήσαν αλιείς, αλιεύοντες στη λίμνη τής Τιβεριάδας. Σύμφωνα με τα σχετικά χωρία τής Κ.Δ. (οι πηγές αυτές συνοψίζονται από τον Β. Φειδά στην Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς, Britannica, τόμ.45ος) και οι δύο αδελφοί είχαν ενταχθεί στον κύκλο των μαθητών τού Ιωάννου τού Προδρόμου, από τον οποίο γνώρισε για πρώτη φορά ο Ανδρέας τον Ιησού Χριστό. Αυτό συνέβη την επομένη τού βαπτίσματος , όταν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, βλέποντας τον Χριστό καθώς περνούσε, είπε στους ευρισκόμενους πλησίον του Ανδρέα και Ιωάννη: «ίδε ο αμνός τού θεού» (Ιω. 1, 38). Αυτοί είναι οι πρώτοι που ακολούθησαν τον Χριστό, ανταποκρινόμενοι στην πρόσκλησή του «έρχεσθε και ίδετε», όταν τον ρώτησαν που μένει με την πρόθεση να συνομιλήσουν και όχι να γίνουν μαθητές του (Ιω. 1, 39-41). Την επόμενη ημέρα ο Ανδρέας οδήγησε στον Χριστό και τον αδελφό του Πέτρο. Όμως, οι συναντήσεις αυτές δεν συνδέονται με την κλήση τού Ανδρέα στο αποστολικό έργο, γιατί η δημόσια δράση τού Χριστού αρχίζει μετά τη σύλληψη και τη φυλάκιση τού Ιωάννου τού Προδρόμου. Τότε ο Χριστός κάλεσε τους αδελφούς Ανδρέα και Πέτρο για να τους μετατρέψει σε «αλιείς ανθρώπων» (Ματθ, 4, 18, Μάρκ. 1, 16, Λουκ. 5, 1-11).
Αν και οι πληροφορίες των Ευαγγελίων για τον Ανδρέα είναι ελάχιστες (Μάρκ, 1, 29, Ιω. 1, 3.6. 5-9, 12, 20-23 κ.α), στους καταλόγους των μαθητών τού Χριστού (Ματθ. 10, 2, Μάρκ. 3, 14, Λουκ. 6, 12, Πράξ. Αποστ, 1, 13) ο Ανδρέας αναφέρεται πάντοτε μεταξύ των κυριότερων αποστόλων, τους οποίους αποτελούσαν δύο ζεύγη αδελφών (Ανδρέας-Πέτρος, Ιάκωβος-Ιωάννης). Αυτός ο στενός κύκλος των τεσσάρων μαθητών, δεν είναι άσχετος προς την προτεραιότητα τής κλήσης τους στο αποστολικό αξίωμα, στο οποίο ο Ανδρέας πρώτος κλήθηκε (Πρωτόκλητος).
Η τελευταία μνεία τού Ανδρέα στην Καινή Διαθήκη είναι η μαρτυρία των Πράξεων των Αποστόλων (1, 13-14), σύμφωνα με την οποία, οι έντεκα μαθητές παρέμεναν συγκεντρωμένοι σε υπερώο τής Ιερουσαλήμ μετά την Ανάληψη τού Χριστού «Προσκαρτερούντες ομοθυμαδόν τη προσευχή και τη δεήσει συν γυναιξί και Μαρία τη μητρί τού Ιησού και συν τοις αδελφοίς αυτού». Η έλλειψη κάθε πληροφορίας στις Πράξεις των Αποστόλων για το αποστολικό έργο τού Ανδρέα μετά την Πεντηκοστή, συνδέεται με τον βασικό σκοπό των Πράξεων, οι οποίες έδωσαν προτεραιότητα στη διάδοση τού Ευαγγελίου από τα Ιεροσόλυμα μέχρι τη Ρώμη και στο έργο των αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Έτσι, η παρακολούθηση τής δράσης τού Ανδρέα είναι δυνατή μόνο μέσω άλλων πηγών (απόκρυφα Ευαγγέλια, Πράξεις και Μαρτύρια), οι οποίες περιέχουν σύνθεση μυθικών και πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου καθιστούν δυσχερή την ιστορική κριτική. Σημειώνεται ότι οι απόκρυφες αυτές παραδόσεις αξιοποιήθηκαν και από εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Ο Ωριγένης, π.χ., αναφέρει ότι ο Ανδρέας κήρυξε στη Σκυθία (βόρεια τού Ευξείνου Πόντου μεταξύ των ποταμών Δούναβη και Ντον), η οποία περιελάμβανε και τη Νότια Ρωσία, γεγονός το οποίο συνέβαλε στην ανάπτυξη παράδοσης για τη σύνδεση τού χριστιανισμού τής Ρωσίας με τον πρωτόκλητο των αποστόλων. Από την άλλη πλευρά, εκκλησιαστικοί συγγραφείς τού 4ου αι. τονίζουν την αποστολική δράση τού Ανδρέα στην Ελλάδα [π.χ., ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός για την Ήπειρο (ΡG 36, 228), o Ιερώνυμος για τη δράση και το μαρτύριό του στην Αχαΐα (Epist., 59) κ. ά.]. Η θεώρηση τού Βασιλείου Σελευκείας αποτελεί συνδυασμό των δύο παραδόσεων τονίζοντας ότι ο Ανδρέας, μετά τη δράση του στη Σκυθία, κήρυξε στη Θράκη και την Ελλάδα [ΡG 28, 1108).Στο Συναξάριον τού Μηναίου Νοεμβρίου αναφέρονται τα εξής:


./.

 

(έκδ. Αποστολικής Διακονίας τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, Αθήναι 1993, σ. 534-535):
Μετά την Πεντηκοστή λοιπόν οι μαθητές, με την πανοπλία με την οποία τους όπλισε το Πανάγιον Πνεύμα, πορεύονται για να μαθητεύσουν «πάντα τα έθνη». Έτσι άλλοι μαθητές κήρυξαν σε διάφορα μέρη τής γης, ο δε Απόστολος Ανδρέας στα μέρη που προαναφέραμε, μεταξύ των οποίων και το Βυζάντιο.

Από τις παραδόσεις αυτές, οι οποίες αναπτύχθηκαν και από μεταγενέστερους συγγραφείς [Ψευδο-Επιφάνιος, Ψευδο-Δωρόθεος Τύρου, Νικηφόρος Κάλλιστος (Συναξάριον Εκκλ. Κ-Πόλεως)], ιδιαίτερη σημασία απέκτησε η παράδοση για τη δράση τού Αποστόλου Ανδρέα, μετά τη Σκυθία (δηλ. Αλανία, Ζηκχία και Ταυρική), στην Ελλάδα και, ειδικότερα, σχετικά με την ίδρυση τής εκκλησίας τού Βυζαντίου και τη χειροτονία σ’ αυτή ως επισκόπου τού Στάχυ [Στάχυος], ενός από τους εβδομήκοντα μαθητές τού Χριστού: «και προς τινα χώραν καλουμένην Αργυρόπολιν καταλαβών και εκείσε εκκλησίαν δειμάμενος, τον ένα των εβδομήκοντα μαθητών Στάχυν ονόματι,… χειροτονήσας τού Βυζαντίου επίσκοπον… Διελθών δε την Θεσσαλίαν και Ελλάδα …μέτεισι προς την Αχαΐαν» (βλ. «Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο», Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, κανονάριον – ἐπετηρίς 1991, ἔκδοσις Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ιγ΄- ιδ΄)
Έχομε λοιπόν ήδη από τις αρχές τού 6ου αι., δηλαδή επί εποχής τού Ιουστινιανού (527-565), την πρώτη μαρτυρία για την αποστολικότητα τής Κ-Πόλεως. Η παράδοση αυτή για την ίδρυση τής Εκκλησίας και τη χειροτονία τού Στάχυ, ως επισκόπου τής πόλης τού Βυζαντίου (η αρχαία πόλη στο Βόσπορο – αποικία των Μεγαρέων από το 657 π.Χ.), τής πόλης όπου κτίστηκε αργότερα η Κωνσταντινούπολη, χρησιμοποιήθηκε με ιδιαίτερη έμφαση για την προβολή τής αποστολικότητας τού θρόνου τής Κ-Πόλεως στη διαμάχη του με τη Ρώμη (Fr. Dvornik, The idea of Apostolicity in Byzantium and the Legend of the Apostle Andrew, Cambridge Mass., 1958).
Η αυθεντική βίωση και η εντυπωσιακή ανάπτυξη αυτής τής αποστολικής παραδόσεως αποτέλεσε τον πυρήνα τής ακτινοβολίας τού θρόνου τής Κ-Πόλεως. Όπως σημειώνει, χαρακτηριστικά, ο ομότιμος καθηγητής τής Θεολογικής Σχολής τού ΕΚΠΑ Β. Φειδάς στα σχετικά έργα του [Εκκλησιαστική Ιστορία Α΄, Από την εικονομαχία μέχρι τη Μεταρρύθμιση, 3η έκδ., Αθήναι 2002, έκδ. τού ιδίου, σ. 840 – 848 και Η Ιωάννειος αποστολικότης τού θρόνου τής Κωνσταντινουπόλεως, στο περιοδικό »Θεολογία», τόμ. ΞΖ΄ (1996), τέυχ. Β΄ σ. 230 –267)], από τα οποία, κυρίως, αντλήσαμε τα στοιχεία τής σημερινής μας ομιλίας, η παράδοση αυτή υπήρξε το σταθερό κριτήριο τόσο τής πλούσιας πατερικής παράδοσης όσο και τής όλης πνευματικότητας τού εκκλησιαστικού σώματος τού θρόνου τής Κ-Πόλεως, αφού το σύνολο σχεδόν των σημαντικών τοπικών εκκλησιών τής δικαιοδοσίας του βίωναν συνεχώς την αποστολική πίστη από την εποχή των αποστόλων. Γι αυτό ακριβώς τον λόγο -και με στόχο την εξουδετέρωση τού εξαιρετικού αυτού κύρους και την επίτευξη ευρύτατων διοικητικών διεκδικήσεων, οι οποίες απέρρεαν από τον 28ο κανόνα τής Δ’ Οικουμενικής συνόδου- ο παπικός θρόνος αμφισβήτησε την αποστολικότητα τού θρόνου τής Κ-Πόλεως. Η αμφισβήτηση αυτή θεμελιώθηκε και στη διαφοροποίηση, εκ μέρους των δυο πλευρών, των κριτηρίων κατανοήσεως τού περιεχομένου τής αποστολικής διαδοχής. Τα κριτήρια αυτά για μεν την Κπολη ερμήνευαν την αποστολική διαδοχή ως διαδοχή πίστεως, δηλαδή ο ιδρυτής τού θρόνου απόστολος ήταν απλώς μία πρόσθετη επιβεβαίωση τής αναγωγής τής πίστεως στους αποστολικούς χρόνους, για δε τη Ρώμη ως διαδοχή τάξεως, δηλαδή ο ιδρυτής ενός αποστολικού θρόνου προσελάμβανε ιδιάζουσα σπουδαιότητα.

Από την αντίληψη αυτή προέρχεται και η διαπιστωμένη «αδιαφορία» τού θρόνου τής Κ-Πόλεως να αναφερθεί στις αποστολικές ρίζες τής τοπικής εκκλησίας, παρά την απόλυτη ερμηνεία τού κριτηρίου αυτού στη Δύση. Οι αποστολικές όμως ρίζες τού θρόνου τής Κ-Πόλεως ήσαν αναντίρρητες δια μέσου κυρίως τής τοπικής εκκλησίας τής πολίχνης τού Βυζαντίου, όπως προαναφέραμε. Η μικρή αυτή πόλη ενσωματώθηκε στον θρόνο τής Κ-Πόλεως κατά την ίδρυση τής Νέας Ρώμης το 330.
Να σημειωθεί ότι το 324, κατά τον σχεδιασμό τής νέας πρωτεύουσας τής αυτοκρατορίας, το Βυζάντιο στο πολεοδομικό συγκρότημά της αποτελούσε το 1/5 τής εδαφικής της περιφέρειας και το σύνολο τού πληθυσμού της. Στη συνέχεια, με την ανάπτυξη των επίσημων κτηρίων των θεσμών τής νέας αυτοκρατορίας, των κατοικιών αξιωματούχων κ.ά. προσώπων, τα μεγέθη αυτά μεταβάλλονται, ώστε το 330, που γίνονται τα εγκαίνια τής νέας πρωτεύουσας τής αυτοκρατορίας, το Βυζάντιο έχει πενταπλασιαστεί και κατά τα δύο μεγέθη.
Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με την παράδοση, ήδη κατά την επίσκεψη τού πάπα Ιωάννη στην Κπολη (525), προβλήθηκε, με τη συνδρομή και τού ιστορικού Προκοπίου η αποδοθείσα στον Δωρόθεο Τύρου παράδοση για τη χειροτονία τού Στάχυ ως επισκόπου τού Βυζαντίου από τον Απόστολο Ανδρέα (ΡG 92, 1072). H παράδοση αυτή, δεν θα μπορούσε να αμφισβητηθεί με αθεμελίωτες υποθέσεις. Άλλωστε, επιβεβαιώνεται και με την εκπληκτική διάδοση τής τιμής τού Αποστόλου Ανδρέα από τις αρχές τού ΣΤ’ αιώνα σε όλες τις τοπικές εκκλησίες τής Ανατολής και τής Δύσεως, οι οποίες είχαν πνευματικές σχέσεις με την Κπολη. Αυτή ακριβώς η επιχειρηματολογία αποτελεί και τη δεύτερη μαρτυρία για την αποστολικότητα τής Κ-Πόλεως. Η επιχειρηματολογία αυτή αμφισβητήθηκε από τον Fr. Dvornik (1958), με το σκεπτικό ότι η ευρύτατη διάδοση τής τιμής τού Αποστόλου Ανδρέα στη Δύση δεν θα μπορούσε να αποτελέσει πραγματικό γεγονός, αν η αποστολικότητα τού θρόνου τής Κ-Πόλεως είχε συνδεθεί προς τον Απόστολο Ανδρέα κατά τον ΣΤ’ αι. Διότι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα προσέκρουε στην αντίδραση τού παπικού θρόνου. Κατά την άποψη τού καθηγητού Φειδά το επιχείρημα αυτό προβάλλεται από τον ιστορικό Dvornik, διότι, προφανώς, δεν απέδωσε τη δέουσα προσοχή στη γεωγραφική κατανομή των χρησιμοποιούμενων στο εμπεριστατωμένο έργο του δυτικών μαρτυριών, σύμφωνα με τις οποίες η διάδοση τής τιμής τού Αποστόλου Ανδρέα στη Δύση συνδέεται σαφώς μόνο με τις υπό βυζαντινό έλεγχο περιοχές.

Προοδευτικά, λοιπόν, ενεργοποιείται μεν η γενικότερη ιδέα τής αποστολικότητας, όχι όμως αυτοτελώς αλλά συνδυαστικά με την οικουμενικότητα [στον τίτλο τής Νεαράς 24 τού αυτοκράτορα Ηρακλείου Α’ (610-641) είναι χαρακτηριστική η προσφώνηση τού πατριάρχη Κ-Πόλεως Σεργίου ως «τού τον αποστολικόν ταύτης διέποντος θρόνον Οικουμενικού πατριάρχου» (Ch. Zepos – Ρ. Zepos, Jus Graecoromanum, Ι, Αθήναι 1931, 33)]. Η παράλληλη προβολή τής αποστολικότητας και τής οικουμενικότητας τού θρόνου τής Νέας Ρώμης υποδηλώνει όχι μόνο τη συνδυασμένη ανάπτυξή τους κατά τον ΣΤ’ αι. αλλά και την «αδιαφορία» τού θρόνου τής Κ-Πόλεως για την υποστήριξη τής οικουμενικότητας με το περιεχόμενο τής ήδη διαμορφωμένης παραδόσεως περί τού Αποστόλου Ανδρέα.
Άλλωστε, παράλληλα προς την παράδοση -σύμφωνα με την οποία η αποστολικότητα τού θρόνου τής Κ-Πόλεως ανάγεται στον πρωτόκλητο Απόστολο Ανδρέα- αναπτύχθηκε και μία άλλη παράδοση για τη σχέση τού θρόνου τής Κ-Πόλεως προς τον ευαγγελιστή Ιωάννη. Διότι -σύμφωνα με μία μαρτυρία- η αποστολική δράση του στην Ασία και στην Ευρώπη θεμελίωνε την άμεση η την έμμεση σχέση του προς τον θρόνο τής Νέας Ρώμης. Όπως υποστηρίζεται, η Ιωάννεια αποστολικότητα τού θρόνου ανταποκρινόταν αμεσότερα στην ευαισθησία των βυζαντινών για την κατανόηση τής αποστολικότητας ως διαδοχής πίστεως, πρωτίστως, αφού ο ευαγγελιστής Ιωάννης κατέγραψε στο ευαγγέλιο του την αποστολική παράδοση.

Η προβολή τής Ιωάννειας αποστολικότητας τού θρόνου τής Κ-Πόλεως προϋποθέτει βεβαίως προγενέστερη σχετική παράδοση, όπως αποδεικνύεται και από τη δήλωση τού Οικουμενικού πατριάρχη Ιγνατίου στην Πρωτο-δευτέρα σύνοδο τής Κ-Πόλεως (861). Στη σύνοδο αυτή ο πατριάρχης Ιγνάτιος απαντώντας στους μετέχοντες παπικούς αντιπροσώπους, οι οποίοι διακήρυξαν ότι εκπροσωπούν «τον αποστολικόν θρόνον» είπε: «… Και εγώ κατέχω επίσης τον θρόνον τού Αποστόλου Ιωάννου και τού πρωτοκλήτου Αποστόλου Ανδρέου». Επίσης, ο Φώτιος προέβαλε την Ιωάννεια αποστολικότητα τού θρόνου τής Κ-Πόλεως κατ’ αναφοράν προς το Ευαγγέλιον τού Ιωάννη.
Η πρόταξη από τον πατριάρχη Ιγνάτιο τού Ιωάννη έναντι τού Ανδρέα και η σύνδεση από τον Φώτιο τού θρόνου τής Κ-Πόλεως με τον ευαγγελιστή Ιωάννη αποδεικνύουν την παράλληλη τουλάχιστον ανάπτυξη των δύο αυτών παραδόσεων ή και τη βαθύτερη εσωτερική πνευματική σχέση τους κατά την άσκηση τού αποστολικού τους έργου. Οι πνευματικές αυτές σχέσεις υποδηλώνονται άμεσα ή έμμεσα ήδη στην αποστολική ή και στη μεταποστολική παράδοση.

Στο Υπόμνημα τού Συναξαρίου τού Μηναίου Νοεμβρίου (βλ. ό.π., σ. 535) αναφέρονται τα εξής στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η σχέση τού Ιωάννη και τού Ανδρέα. Αναφέρει λοιπόν ότι ο Απόστολος Ανδρέας, αφού κήρυξε σε μια περιοχή


./

 

Είναι πολύ χαρακτηριστική η ευαισθησία τού ευαγγελιστή Ιωάννη να προβάλει στο ευαγγέλιό του το εξαιρετικό κύρος τού Αποστόλου Ανδρέα στον χορό των αποστόλων, δεδομένου ότι όσα γνωρίζουμε για τον πρωτόκλητο των αποστόλων προέρχονται κυρίως από τον ευαγγελιστή Ιωάννη ή και από τον ευρύτερο κύκλο των μαθητών του. Έτσι, πέραν τού ευαγγελιστή Ιωάννη, ο οποίος τον αναφέρει πρώτο στον κατάλογο των αποστόλων (1, 40), ο μαθητής τού Ιωάννη Παπίας Ιεραπόλεως, αναφερόμενος στην παράδοση των «Πρεσβυτέρων», κατατάσσει πρώτο τον Ανδρέα, τον οποίο προτάσσει τόσο από τον Απόστολο Πέτρο, όσο και από τον ευαγγελιστή Ιωάννη (Ευσεβίου, Εκκλ. Ιστορία, III, 39, 3-4).
Η πνευματική σχέση και ευαισθησία τού ευαγγελιστή Ιωάννη και τού κύκλου των μαθητών του προς το πρόσωπο και το κήρυγμα τού Αποστόλου Ανδρέα εξηγείται πληρέστερα σε μία άλλη παράδοση, η οποία διασώθηκε σε απόσπασμα (fragmentum) τού Μουρατόρειου Κανόνα (τέλη τού Β’ αιώνα), τού Κανόνα δηλαδή τής Καινής Διαθήκης, ως προσθήκη στον κανόνα, και η οποία προβάλλει την παράδοση ότι το Ευαγγέλιο τού Ιωάννη διασώζει το αποστολικό κήρυγμα τού Ανδρέα και τού Ιωάννη. Σύμφωνα με την παράδοση αυτή ο ευαγγελιστής Ιωάννης και ένας κύκλος των μαθητών του αποφάσισαν, με την προτροπή τού Ιωάννη, να νηστεύσουν και να προσευχηθούν τρεις ήμερες για να τους αποκαλυφθεί το περιεχόμενο τού ευαγγελίου. Κατά την πρώτη όμως νύκτα εμφανίσθηκε ο Απόστολος Ανδρέας και τους αποκάλυψε το περιεχόμενο τού κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Πρόκειται για μαρτυρία η οποία προέρχεται σαφώς από τον κύκλο των μαθητών τού ευαγγελιστή Ιωάννη και προβάλλει το κήρυγμα τού Αποστόλου Ανδρέα ως την κύρια πηγή τού κατά Ιωάννην ευαγγελίου. Να σημειωθεί ότι στις απόκρυφες Πράξεις Ανδρέου παρουσιάζεται ο Απόστολος Ανδρέας, να βλέπει στο προ τού μαρτυρίου του όραμα επί τού σταυρού τού Ιησού τον ευαγγελιστή Ιωάννη στη θέση τού Ιησού Χριστού.

Η προσωπική λοιπόν πνευματική σχέση Ανδρέα και Ιωάννη εξηγεί τη συνδυασμένη ή παράλληλη σύνδεση των δύο αποστόλων προς την αποστολικότητα τού θρόνου τής Κ-Πόλεως. Έτσι, ενώ με την Ιωάννεια παράδοση προβαλλόταν τελικά ο Απόστολος Ανδρέας, με την παράδοση περί τού Αποστόλου Ανδρέα αναδεικνυόταν έμμεσα και η Ιωάννεια αποστολικότητα τού θρόνου τής Κ-Πόλεως. Ωστόσο, η μεν παράδοση τού πρωτοκλήτου των αποστόλων προσιδίαζε στην αποστολική διαδοχή τάξεως, η δε παράδοση τού ευαγγελιστή Ιωάννη τόνιζε ιδιαίτερα την αποστολική διαδοχή πίστεως, γι’ αυτό και ο θρόνος τής Κ-Πόλεως χαρακτηριζόταν επίσημα ως θρόνος Ιωάννου και Ανδρέου, αφού ο ένας απόστολος περιχωρεί και ενυπάρχει στον άλλο.
Γενικότερα ή αρχή τής αποστολικότητας κατανοήθηκε στην Ανατολή ως διαδοχή στην αποστολική πίστη όχι όμως ενός μόνο, αλλά όλων των αποστόλων. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο τίτλος «Οικουμενικός» χρησιμοποιήθηκε παράλληλα προς την ιδέα τής αποστολικότητας τού θρόνου τής Νέας Ρώμης, συνδυαζόμενος αφενός μεν προς τη διαμάχη τής Πρεσβυτέρας και τής Νέας Ρώμης για την ισότιμη συμμετοχή στην τιμή τού «πρώτου θρόνου» και αφετέρου προς τη διαμόρφωση τής παραδόσεως για την αποστολικότητα τού θρόνου τής Νέας Ρώμης. Όμως το ζήτημα αυτό δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθεί στο πλαίσιο τής σημερινή ομιλίας.
Επανερχόμενοι λοιπόν στα αφορώντα στον βίο τού αγίου Ανδρέα προσθέτουμε τα εξής:

Πέραν των παραδόσεων που προαναφέραμε έχει σημαντική σπουδαιότητα και η παράδοση για τη δράση και τη σταύρωση τού Αποστόλου Ανδρέα στην Πάτρα.
Διαβάζω από το προαναφερθέν Μηναίον (σ. 531):


/./

 

Βλέπομε, λοιπόν, ότι μετά τις ιάσεις των οικείων τού Ρωμαίου ανθυπάτου Αιγεάτη και, κυρίως, μετά την προσέλκυση στον χριστιανισμό τής συζύγου του Μαξιμίλλας ο Απόστολος Ανδρέας εκτελείται από τον ανθύπατο δια τού σταυρικού θανάτου πάνω σε σταυρό σχήματος Χ ( σύμφωνα με επιθυμία τού ιδίου προκειμένου να μην καταξιωθεί τού ιδίου σταυρικού θανάτου με αυτόν τού Ι.Χ.). Το λείψανό του, που ενταφιάστηκε από τη Μαξιμίλλα και τον επίσκοπο Πατρών Στρατοκλή, διακομίστηκε το 357 στην Κπολη και κατατέθηκε στον ναό των Αγίων Αποστόλων. Κατά τους παλαιολόγειους όμως χρόνους αναφέρεται η φύλαξη τής κάρας στην Πάτρα μέχρι το 1460, οπότε ο δεσπότης τού Μορέως Θωμάς Παλαιολόγος τη μετέφερε στη Ρώμη μαζί με τα λείψανα τού σταυρού τού μαρτυρίου. Προ 40 περίπου ετών, την 26η Σεπτεμβρίου 1964, επιστρέφεται στην πόλη τού μαρτυρίου τού αγίου η κάρα του και 15, περίπου, χρόνια αργότερα, την 19η Ιανουαρίου 1980, τα λείψανα τού σταυρού τού μαρτυρίου του. Η σύνδεση αυτή τού Ανδρέα με την Πάτρα εξηγεί την ιδιαίτερη τιμή που αποδίδει η πόλη στον πολιούχο της.

Αξιόλογο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι δεσμοί τής Σικελίας με τον Απόστολο Ανδρέα, που οφείλονται σε μεταφορά λειψάνων του κατά τον 4ο ή τον 6ο και τον 9ο ακόμη αιώνα. Είναι γεγονός ότι κατά τον 11ο αιώνα υπήρχαν πολλοί ναοί στη Σικελία αφιερωμένοι στον Απόστολο Ανδρέα, που θεωρήθηκε προστάτης τής νήσου, ενώ ο σταυρός τού Ανδρέα σε σχήμα Χ καθιερώθηκε ως εθνικό έμβλημα.
Όμως, δεν θα πρέπει να τελειώσω χωρίς να επισημάνω ότι επιβεβαίωση αποδοχής τής παράδοσης τής αποστολικότητας, αλλά και τής οικουμενικότητας τού θρόνου τής Κ-Πόλεως, αποτελούν και οι σχετικές αναφορές τής ομιλίας τού προκαθημένου τού θρόνου τής Ρώμης, κατά την προ ολίγων ημερών ιστορική επίσκεψή του στον Οικουμενικό θρόνο τής Κ-Πόλεως, ο οποίος απευθυνόμενος στον όλο ορθόδοξο χριστιανικό κόσμο, απευθύνεται στον θρόνο τής Κ-Πόλεως, αναδεικνύοντας παράλληλα τον εξαιρετικό του ρόλο όχι μόνο στις διορθόδοξες αλλά και στις διεκκλησιαστικές σχέσεις για το παρόν και το μέλλον.

Και τώρα, απευθυνόμενος προς τη νέα γενιά, τους νέους ανθρώπους, αυτούς τους οποίους εκπροσωπούν οι βραβευόμενοι σήμερα μαθητές, τους εύχομαι να τιμήσουν ό,τι οι προηγούμενες γενιές -με τελευταίους τους γονείς τους- τους παρέδωσαν, να το διατηρήσουν και να το επαυξήσουν επ’ αγαθώ όλων, με τη βοήθεια πάντοτε τού πρωτοκλήτου Αποστόλου Αγίου Ανδρέου.

Λαυρέντιος Γ. Δελλασούδας
Καθηγητής Παιδαγωγικής Φιλοσοφικής Σχολής ΕΚΠΑ

 

./

** Τα Σεπτεμβριανά στην Πόλη: Μνήμη που πονά… **


ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΛΟΥΜΕΝΟΣ: Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΩΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΑΝΩΝ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΛΟΥΜΕΝΟΥ 50 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΑΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ 6ης-7ης ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1955 – 2005
Mε αφορμή τη συμπλήρωση 54 χρόνων από τα Σεπτεμβριανά της Πόλης, αναδημοσιεύω μια ιστορική συνέντευξη του «φωτογράφου των Σεπτεμβριανών» Δημήτρη Καλούμενου (1912 – 2006), που έδωσε στον Ν. Μαγγίνα το 2005, λίγους μήνες πριν πεθάνει…
Αξίζει της προσοχής μας γιατί πρόκειται πραγματικά για μαρτυρία και συνέντευξη ντοκουμέντο!

H φωτογραφία του Δ. Καλούμενου με την φωτογραφική μηχανή των Σεπτεμβριανών στα χέρια του είναι του Ν. Μαγγίνα.

Δημήτριος Καλούμενος. Όνομα που έχει καταγραφεί στην ιστορία ως ο φωτογράφος που έζησε και απαθανάτισε τα τραγικά γεγονότα της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955 στην Κωνσταντινούπολη. Γνωστό, εξ άλλου, το ογκώδες βιβλίο του από τα γεγονότα, με τον τίτλο «Η Σταύρωσις του Χριστιανισμού». Σ’ αυτό βλέπουμε και τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα στην χαρακτηριστική στάση απόγνωσης, μέσα σε ερειπωμένο ναό της Πόλεως, μπροστά στη συμφορά αυτή, με τα χέρια στο κεφάλι.

Ο Κωνσταντινουπολίτης Δημήτριος Καλούμενος την εποχή εκείνη ήταν δημοσιογράφος, ανταποκριτής του «Έθνους» και της «Μακεδονίας» και φωτογράφος του Πατριαρχείου από το 1940.
Τον συναντήσαμε στην Αθήνα, όπου ζει σήμερα. Είναι ενενήντα τριών ετών. Μας μίλησε χωρίς όμως, δυστυχώς, να μας βλέπει, καθώς το οπτικό του νεύρο τον έχει «εγκαταλείψει» εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία. Μας έβλεπε, όμως, με τα μάτια της ψυχής, αφού η γνωριμία μας ήταν από τα παλιά. Του ζητήσαμε να μας ξετυλίξει το κουβάρι των γεγονότων, όπως τα έζησε και τα κατέγραψε με τη φωτογραφική του μηχανή, τη «Leica».

Το μεσημέρι της 6ης Σεπτεμβρίου 1955 κτυπά το τηλέφωνο του Καλούμενου στο γραφείο του, στο Γαλατά. Στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής ο Γιάννης, ο οδηγός και κλητήρας, ο πιστός άνθρωπος του Πατριάρχου Αθηναγόρου, που του λέει:
«Ο Πατριάρχης άκουσε στο ραδιόφωνο, ώρα μία το μεσημέρι, ότι στη Θεσσαλονίκη έβαλαν βόμβα στο σπίτι του Ατατούρκ». Ο Καλούμενος απαντά ότι δεν είχε καμμία είδηση, και παίρνει τηλέφωνο στον Γιάννη Ιωαννίδη, Γενικό Διευθυντή της «Μακεδονίας». Κι εκείνος του είπε ότι δεν είχε καμμία τέτοια πληροφορία. Ο Ιωαννίδης παίρνει την Αστυνομία, κι αυτή, όμως, δε γνώριζε τίποτε σχετικό, αλλά μετά απ’ αυτό έστειλε αστυνομικούς να φυλάγουν το Τουρκικό Προξενείο.

«Ξαναπήρα το Πατριαρχείο για να τους πω ότι δεν υπήρχε καμμία τέτοια πληροφορία. Αλλά διερωτώμαι: Πώς το BBC έστειλε την είδηση και την άκουσε ο Πατριάρχης; Άρα, οι Άγγλοι είχαν οργανώσει και την ώρα που θα έμπαινε η βόμβα, και την είπαν στο BBC. Αλλά ο κλητήρας εκεί, ο Χασάν, που ήταν Δυτικοθρακιώτης, δεν την έβαλε την ώρα που είχαν συμφωνήσει, και την έβαλε στις 6 το βράδυ.
Αντίθετα, η εφημερίδα << ΙΣΤΑΜΠΟΥΛ ΕΞΠΡΕΣ >> από τις 4 το απόγευμα κυκλοφόρησε το φύλλο της με μία φωτογραφία του Τουρκικού Προξενείου της Θεσσαλονίκης με ζημιές από την έκρηξη βόμβας, και με τον τίτλο: «Οι Έλληνες έβαλαν βόμβα στο σπίτι του Ατατούρκ».Ο μαραθώνιος της αγωνίας είχε αρχίσει…

Ο Καλούμενος ξαναζεί με την αφήγησή του, μετά από 50 χρόνια, τις δραματικές και θλιβερές για την Ορθόδοξη Ρωμηοσύνη στιγμές, μεταφέροντάς μας, έτσι, στο κλίμα της έναρξης των τραγικών γεγονότων:
«Η όλη ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη εναντίον των Ελλήνων, ότι κάτι θα συμβεί. Βρισκόμουν στις 5 το απόγευμα στον Τοπχανά, κοντά στην προκυμαία του Γαλατά. Εκεί, στο δρόμο που ανεβαίνει προς τα Ιταλικά Νοσοκομεία, βλέπω στρατιωτικά αυτοκίνητα και φορτηγά. Βλέπω να βγαίνουν άνθρωποι από μέσα, άλλοι με στρατιωτικά και άλλοι με πολιτικά. Ήταν στρατιώτες που βγάζαν τα στρατιωτικά και φορούσαν πολιτικά. Ένα άλλο καμιόνι (στρατιωτικό φορτηγό) ήταν γεμάτο λοστούς, σίδερα καταστροφής, διαρρήξεως κ.λπ. Και στον καθένα έδιναν από ένα και τους έλεγαν: «Θα πάτε στο Ταξίμ και εκεί θα σας πουν τι θα κάνετε».

Βλέπω αυτά τα γεγονότα και πηγαίνω στο Γαλατά. Παίρνω από το γραφείο μου, που ήταν στον πρώτο όροφο, (Madern Han no 6, στο Eski Gümrük sok.), τη φωτογραφική μηχανή και την καμπαρντίνα μου.

Πηγαίνω στο Ταξίμ, βλέπω πλήθος, χιλιάδες κόσμος εκεί. Κάπου στο άγαλμα του Ατατούρκ έβγαζαν πύρινους λόγους, οι οποίοι κατέληξαν μ’ αυτό το κάλεσμα: «Τώρα που χτυπήσαν και κατέστρεψαν το σπίτι του Πατέρα μας, κι εμείς να τους καταστρέψουμε τα σπίτια τους και τα μαγαζιά τους». Δόθηκε το σύνθημα και όρμησαν αμέσως επάνω στα καταστήματα.

Εκείνο που είδα πρώτο απ’ όλα ήταν το παντοπωλείο του Κάτανου “Η Νέα Αγορά” στο Ταξίμ. Το κατέστρεψαν εντελώς. Υπήρχε, επίσης, κι ένα άλλο μπακάλικο στο Πέραν, κάτω από το καφενείο “Επτάλοφος”, το ρήμαξαν κι αυτό. Κατέστρεψαν την “Επτάλοφο”, σπάσανε τα τραπέζια της και πήρανε τα ξύλα. Εκεί κοντά ήταν κι ένα άλλο παντοπωλείο, το οποίο είχε ένας μεσήλικας Ρωμηός με τη γυναίκα του. Μπήκαν μέσα και τους κακοποίησαν.

Αμέσως μετά πηγαίνω στην εκκλησία της Αγίας Τριάδος στο Σταυροδρόμι. Την κατέστρεψαν την Αγία Τριάδα. Πιάσαν, βάλανε φωτιά, έβαλαν και δυναμίτιδα με σκοπό να την ανατινάξουν. Επειδή, όμως, είναι πολύ μεγάλη η εκκλησία, ο αέρας διαλύθηκε. Κατέστρεψαν ό,τι βρήκαν μέσα στο ναό. Την φωτογράφισα την άλλη μέρα. Εκείνη την ώρα, την ώρα που καταστρέφανε, δε μπόρεσα να μπω κι εγώ, παρά μόνο παρακολουθούσα απ’ έξω.

Στη συνέχεια περνώ δίπλα και βλέπω το Ζάππειο κατεστραμμένο. Κατέβασαν το άγαλμα του Ζάππα και έστησαν τη φωτογραφία του Κεμάλ Ατατούρκ, ως σύμβολο νίκης….

Το βράδυ πήρα το βαπόρι και πήγα στη Χάλκη. Τον Άγιο Νικόλαο τον κατέστρεψαν. Κατέβασαν την καμπάνα, λερώσαν μέσα κι έσπασαν ό,τι βρήκαν μπροστά τους…..

Την άλλη μέρα σηκώθηκα κι έφυγα πρωϊ-πρωϊ για την Πόλη για να συνεχίσω την εργασία μου, να φωτογραφίσω, δηλαδή, τα γεγονότα. Έβγαλα φωτογραφίες, πήγα στο Yüksek kaldırım, (στα Σκαλάκια) ανέβηκα στο Πέραν και είδα τις καταστροφές στα κρεοπωλεία, στα παντοπωλεία, στη “Νέα Αγορά” του Κάτανου, στην “Άρτεμη” του Βαφειάδη…

Στα μπακάλικα την πραμάτεια την είχαν σκορπίσει κάτω. Έβλεπες ανακατωμένα τυριά, βούτυρα, λάδια, πετρέλαιο, ρύζι, ζάχαρη, αλεύρι, όλα πεταμένα στο δρόμο, και τα κρέατα, και όλα…. Στο Καλιοντζουκουλούκ ο δρόμος ήταν γεμάτος πεταμένα τρόφιμα…. Φοβόσουν να περάσεις, ο σωρός τους ήταν 1 μέτρο ύψος, όπως ακριβώς και στην κεντρική οδό του Πέραν….

Πήγα στην Ευαγγελίστρια, ανέβηκα στα Ταταύλα, στον Άγιο Δημήτριο, από εκεί στο Σισλί, στο Κοιμητήριο, παντού συντρίμμια και καταστροφές. Έφθασα στα Θεραπειά, όπου είχαν κάψει τη Μητρόπολη. Κατόπιν πήγα στο Μπουγιούκδερε, πήρα τον πεθερό μου και τον κατέβασα στο Ταξίμ, στην κόρη του. Κι από εκεί πήρα την κατηφόρα από το Κεντρικό και κατέβηκα στο Προξενείο, το οποίο ήταν περικυκλωμένο από τανκς και στρατιώτες, για να μην το χτυπήσουν.

Χτύπησα την πόρτα, βγήκε από το παραθυράκι ο Καρύπης. «Καλούμενε, πώς ήλθες εδώ;» ρώτησε. «Το πώς ήλθα μη το ρωτάς», απήντησα. «Πώς είναι ο Πρόξενος;» (Γενικός Πρόξενος τότε ήταν ο Άγις Καψαμπέλης, είχε έλθει νέος, πριν από 10 μόλις μέρες, επιτετραμμένος δε στο Προξενείο ήταν ο Θεοδωρόπουλος).

Πάω επάνω, βρίσκω τον Πρόξενο. «Τι κάνεις Καλούμενε;» με ρώτησε. «Ήλθα να δω τι κάνετε εσείς, να μάθω και νέα από τον Πατριάρχη» του απήντησα. «Κι εγώ δεν έχω νέα από τον Πατριάρχη. Με ρωτά η Αθήνα και δεν είμαι σε θέση να ειδοποιήσω. Μπορείς να πας στον Πατριάρχη;» με ρώτησε. «Ναι» του είπα, και μου έδωσε ένα σημείωμα.

Έφυγα από το δρόμο του Ζωγραφείου, από το Γαλατάσαραϋ. Μπήκα στο Πατριαρχείο, το οποίο ήταν γεμάτο στρατό. Με υποδέχτηκε ο Γιάννης, ο οδηγός και κλητήρας του Πατριάρχη. «Πώς ήλθες, Καλούμενε;» με ρώτησε. «Κι εγώ δεν ξέρω πώς ήλθα, ο Θεός μ’ έφερε και ήλθα» απήντησα.
Ανέβηκα επάνω. Μόλις με είδε ο Πατριάρχης άνοιξε τα χέρια του κι εγώ χάθηκα στην αγκαλιά του, σαν ένα κούτσουρο… «Πώς ήλθες παιδί μου μ’ αυτήν την καταστροφή;» μου είπε. «Έπρεπε εξάπαντως να σας δω» του απήντησα. «Σας έφερα κι ένα σημείωμα από τον Πρόξενο». «Τι μου λες», είπε, «πήρες χαρτί και το έφερες σ’αυτήν την κατάσταση-κακό». «Θέλω να μου απαντήσετε, ώστε να το μεταφέρω στον Πρόξενο» του ζήτησα. «Δεν θα σου δώσω γράμμα, αλλά να τους πεις ότι όλα θα διορθωθούν και θα πάνε καλά», μου απήντησε με έμφαση.

Πήγα στο Προξενείο και μετέφερα στον Πρόξενο αυτά που μου είπε ο Πατριάρχης, ότι ο Πατριάρχης είναι καλά στην υγεία του, καθώς και ότι το Πατριαρχείο είναι περικυκλωμένο κι αυτό, όπως και το Προξενείο».

Ο Καλούμενος εδώ δεν μπορεί, παρά να θυμηθεί και στιχομυθία που είχε με τον Πατριάρχη σχετικά με τη στάση της Αμερικής στα γεγονότα αυτά. Τον είχε ρωτήσει εάν είχε καμμία συμπαράσταση από πλευράς της Αμερικής. Η απάντηση που πήρε ο Καλούμενος από τον Πατριάρχη Αθηναγόρα ήταν: «Όλοι αυτοί μας επρόδωσαν. Είμαστε μόνοι μας. Ό,τι κάνουμε θα το κάνουμε μόνοι μας».

Συνεχίζοντας την εξιστόρηση των δραματικών εκείνων γεγονότων, θυμάται: «Πήγα και στο Μοναστήρι του Βαλουκλή που το έκαψαν, πήγα και στα Νοσοκομεία του Βαλουκλή. Έβγαλα φωτογραφίες τον Επίσκοπο Παμφύλου Γεράσιμο και τον ιερέα Επιφάνιο που ήθελαν να του τρυπήσουν τα χέρια.Εκεί, στα Υψωμαθειά, κοντά στο Γιεντίκουλε, ρωτώ ένα στρατιώτη: «Τι γίνεται εδώ;» Κι αυτός μου είπε: «Τι να κάνω εφέντημ, κάθομαι και περιμένω. Εχθές με είχανε με ρούχα (πολιτικά) και έσπαγα, σήμερα με βάλανε να περιμένω»….

Όλα ήταν προδιαγεγραμμένα στην εντέλεια. Τα γνώριζαν όλα οι Άγγλοι και οι Τούρκοι.< br>
Την άλλη μέρα, 8 Σεπτεμβρίου, ήλθε ο δημοσιογράφος Γ. Καράγιωργας από την Αθήνα, ως εκπρόσωπος του «Έθνους», του οποίου ήμουν ανταποκριτής. Πήγαμε μαζί στο Ζάππειο Λύκειο και στα Κοιμητήρια. Εκεί, στο νεκροταφείο του Σισλί, την ώρα που έβγαζα φωτογραφίες και τα φιλμ τα έδινα στον Γιώργο, με συνέλαβαν αστυνομικοί και στρατιωτικοί και έκαναν έλεγχο σε αυτά που φωτογράφισα. (Την άλλη μέρα οι Αρχές μαζέψαν όλες τις Τουρκικές εφημερίδες, γιατί είχαν φωτογραφίες).

Με πήγαν στο Στρατοδικείο, στο Harbiye. Με κράτησαν μία ώρα. Είπα ότι είμαι ανταποκριτής. Με έστειλαν στο 1ο Τμήμα της Διευθύνσεως Ασφαλείας. Εκεί με ανέκριναν για τις φωτογραφίες. Είπα ότι είμαι φωτογράφος του Πατριαρχείου. Ήθελαν να μου κρατήσουν τις μηχανές. Τελικά τις άφησαν. Στις 16 Ιουνίου 1957 που με συνέλαβε η Αστυνομία, με κακοποίησαν επί 56 ώρες».

Μετά τη σύλληψή του ακολούθησε η απέλασή του στην Ελλάδα. Για όλα αυτά, και για άλλα πολλά, ο Δημήτριος Καλούμενος καταλήγει με ικανοποίηση:
«Έκανα το καθήκον μου απέναντι στο Πατριαρχείο και την Ομογένεια. Τότε είχα τη δουλειά μου, το γραφείο μου, δεν έπαιρνα λεφτά καθόλου, ήμουν καλά, δόξα τω Θεώ.
Όταν είδα τότε την κατάσταση εκεί, στον Τοπχανά, είπα: «Κάτι σοβαρό θα γίνει εναντίον μας, κι εγώ πρέπει να κάνω το καθήκον μου. Και τώρα κάθομαι και σκέπτομαι: «Τι κινδύνους πέρασα με το να πάω στον Πατριάρχη, να πάω στο Προξενείο, από εκεί στον Πατριάρχη και ξανά στο Προξενείο. Τις φωτογραφίες τις έβγαλα με πολύ φόβο….».

Ο Δημήτριος Καλούμενος θέλησε επίσης να αναλύσει τις μεθοδεύσεις, με τις οποίες οδηγηθήκαμε στα τραγικά γεγονότα της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου του 1955:

«Τα Σεπτεμβριανά γεγονότα ήταν Αγγλο-Τουρκική υπόθεση. Λόγω της Κυπριακής τραγωδίας πλήρωσαν οι Κωνσταντινουπολίτες την καταστροφή. Άλλωστε, και στο πρόσφατο βιβλίο του ο Σπύρος Βρυώνης, Καθηγητής, επιβεβαιώνει ότι οι Τούρκοι, οι Άγγλοι και οι Αμερικάνοι προσπάθησαν να αποσιωπήσουν την καταστροφή της Ρωμηοσύνης. Αυτή, βέβαια, η καταστροφή ήταν ευκαιρία για τους Τούρκους, οι οποίοι είχαν καταστρώσει το πρόγραμμα διάλυσης, το πρόγραμμα της εξοντώσεως του Ελληνισμού της Κωνσταντινουπόλεως, με επικεφαλής τον İsmet İnönü, ο οποίος İnönü έκανε την επιστράτευση, έκανε το «Βαρλίκι», και όλα τα κακά που γινόταν εναντίον της Ρωμηοσύνης, προέρχονταν απ’ αυτόν.

Η Αγγλία, για να μη δώσει την Κύπρο στην Ελλάδα, δημιούργησε το συνέδριο των «Τριών» στο Λονδίνο. Εκεί κάλεσε και τον Zorlu, τον Τούρκο Υπουργό των Εξωτερικών. Πριν από τον Zorlu Υπουργός Εξωτερικών ήταν ο Köprülü. Όταν προέκυψε το θέμα της Κύπρου, βγήκε η Αγγλία και είπε στην Τουρκία: «Ελάτε, πάρτε μέρος». Ο Köprülü όμως είχε απαντήσει ότι: «Η Τουρκία δεν θυσιάζει τη φιλία με την Ελλάδα για την Κύπρο, την οποία, άλλωστε, σας την έδωσε».

Οι Άγγλοι δεν άρεσαν αυτήν την πολιτική του Köprülü. Εισηγήθηκαν στον Menderes, έδιωξε τον Köprülü και έφερε τον Zorlu, ο οποίος ήταν Αγγλόφιλος και φιλοχρήματος. Έτσι καταστρώθηκε από κοινού το πρόγραμμα. Η Αγγλία διέθεσε εκείνη την εποχή, το 1950, 1 εκατομμύριο Τουρκικές Λίρες –εγώ δούλεψα τα παλιά χρόνια, από τον πόλεμο, στην Αγγλική Πρεσβεία και είχα μάθει ότι όντως τα έδωσε- και η Hürriyet άρχισε να αρθρογραφεί εναντίον της Ελλάδος. Η κυκλοφορία της από 30 χιλιάδες φύλλα που ήταν ημερησίως, ανέβηκε αμέσως στις 100 με 120 χιλιάδες φύλλα. Όταν είδαν οι άλλες εφημερίδες ότι η κυκλοφορία εναντίον της Ελλάδος αυξανόταν, άρχισαν να την αντιγράφουν, ενώ η εχθρότητα ήταν μειωμένη με την ανάπτυξη της Ελληνοτουρκικής φιλίας: με την άφιξη των Βασιλέων στην Πόλη και του Celal Bayar στην Ελλάδα, είχε επικρατήσει Ελληνοτουρκική φιλία.

Στις 30 Αυγούστου του 1955 έγινε η συνεδρία, η οποία απέτυχε. Η Ελλάς δεν ήθελε να συμμετάσχει η Τουρκία και η συνεδρία απέτυχε. Ο Zorlu εκείνο το βράδυ έδωσε συνέντευξη τύπου στην Τουρκική Πρεσβεία και ανέφερε ότι: «Η Ελλάς έγινε αιτία να χαλάσει η διάσκεψις και γι’αυτό το λόγο θα μετανοιώσει».
Συγχρόνως, ο Adnan Menderes εκφώνησε λόγο στις 30 Αυγούστου 1955, που είναι η ημέρα εορτής στην Τουρκία της απελευθερώσεως της Σμύρνης, στο «Liman lokantası» (εστιατόριο «Λιμήν») στην αποβάθρα της Κωνσταντινουπόλεως και είπε ότι: «Η Ελλάς θα μετανοιώσει και θα πάθει αυτά που έπαθαν οι Έλληνες στην Σμύρνη». Η ατμόσφαιρα ήταν έτσι πολύ ερεθισμένη και ηλεκτρισμένη».
Πηγή :Νικ. Μαγγίνας

 

****************

ΕΝΑΣ ΙΕΡΕΑΣ ΜΕ ΦΟΡΜΑ ΚΑΙ ΣΦΥΡΙΧΤΡΑ


Το παρακάτω Αρθρο είναι του Δημήτρη Ριζούλη, από την «Κυριακάτικη δημοκρατία»18/2/2013

Ο Μορφωτικός Σύνδεσμος Χάλκης σημειώνει με την σειρά του στο παρακάτω κείμενο οτι ο πατέρας Ιωσήφ Ταγαράκης είναι ο εξαιρετικός κληρικός που είναι κοντά σε κάθε άνθρωπο που χρειάζεται την βοήθεια του.Είναι ο δικός μας ιερέας. Ακούραστος πάντα κοντά στο Σύνδεσμο μας.Ευχόμαστε να είναι καλά και να έχουμε την ευλογία του.

«Το κουδούνι χτυπά και σηματοδοτεί το τέλος του διαλείμματος. Οι μαθητές όμως του 5ου Γυμνασίου στο Παλαιό Φάληρο όχι μόνο δεν στεναχωριούνται, αλλά αντίθετα περιμένουν πώς και πώς την ώρα που θα ξεκινήσει το επόμενο μάθημα. Είναι η ώρα της γυμναστικής! Εχοντας ήδη βάλει τις φόρμες και τα αθλητικά τους παπούτσια, βγαίνουν στην αυλή περιμένοντας τον «κύριο καθηγητή». Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση ο γυμναστής δεν είναι «κύριος», αλλά «πάτερ» και φοράει -εκτός από τη φόρμα του- ράσα! Πρόκειται για τον π. Ιωσήφ Ταγαράκη, τον μοναδικό ιερέα – γυμναστή σε σχολείο σε όλη την Ελλάδα.

Ο π. Ιωσήφ (πατέρας τριών παιδιών) μοιράζει τον χρόνο του μεταξύ ενορίας (είναι στην Παναγίτσα του Παλαιού Φαλήρου), σχολείου και οικογένειας. Με μεταπτυχιακό, αλλά και διδακτορικό στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ (πέραν του πτυχίου των ΤΕΦΑΑ), δίνει στους μαθητές του το μήνυμα «νους υγιής εν σώματι υγιεί». Η δεύτερη εργασία του είναι σχεδόν εθελοντική, αφού αμείβεται με μόνο 200 ευρώ τον μήνα επιπλέον, παρότι απασχολείται πλήρως.

Ο π. Ιωσήφ, που -μεταξύ άλλων- έχει μετατρέψει το διαδίκτυο σε «άμβωνα» και επικοινωνεί με 1.200 χρήστες μέσω e-mail πνευματικού περιεχομένου, μιλά στην «κυριακάτικη δημοκρατία» για τη ζωή του, το σχολείο και το πώς αντιμετωπίζουν οι μαθητές τον ιερέα – γυμναστή τους.

Πάτερ Ιωσήφ, πού μεγαλώσατε και τι σπουδές κάνατε;
Γεννήθηκα, μεγάλωσα και σπούδασα στη Θεσσαλονίκη. Κατάγομαι από ιερατική οικογένεια. Ο πατέρας μου είναι μέχρι σήμερα εν ενεργεία ιερέας (της Ιεράς Μητροπόλεως Νεαπόλεως – Σταυρουπόλεως) και συνταξιούχος εκπαιδευτικός θεολόγος, ενώ η μητέρα μου ήταν επίσης εκπαιδευτικός, αγγλικής φιλολογίας. Σπούδασα στο ΤΕΦΑΑ του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Κατά τη διάρκεια των σπουδών μου έλαβα υποτροφίες για τις επιδόσεις μου στα μαθήματα της σχολής και στο 4ο έτος σπουδών είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μαθήματα στην Ανώτατη Σχολή Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού στην Κολονία της Δυτικής Γερμανίας, μέσω υποτροφίας του προγράμματος ERASMUS της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Παράλληλα είχα την ευκαιρία να ολοκληρώσω και τις σπουδές βυζαντινής μουσικής και να λάβω πτυχίο και δίπλωμα μουσικοδιδασκάλου.

Είχατε όμως και αγάπη στον αθλητισμό…
Πράγματι. Από τα παιδικά μου χρόνια οι αθλητικές δραστηριότητες αποτελούσαν πάντοτε τμήμα της καθημερινότητάς μου. Ασχολήθηκα με τους δρόμους μεσαίων αποστάσεων, με καθημερινές προπονήσεις στο Καυτανζόγλειο Στάδιο της Θεσσαλονίκης. Σήμερα προσπαθώ, στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο που εναπομένει, να γυμνάζομαι, συνήθως μαζί με τα παιδιά μου.

Φαντάζομαι, λόγω και του ιερέα πατέρα, ότι είχατε στενή σχέση με την Εκκλησία…
Κατά την προσωπική μου εμπειρία, η συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας είναι στοιχείο φυσικό ή και αυτονόητο. Κι αυτό όχι με την έννοια κάποιας γονεϊκής επιβολής ή της εκπλήρωσης καθηκόντων, αλλά με τη μορφή των συνθηκών που δίνουν αφορμή για πολύμορφη αγωγή, άσκηση και καλλιέργεια προσωπικών δυνατοτήτων και συμπεριφορών.

Στη συνέχεια εργαστήκατε ως γυμναστής;
Επειτα από εναγώνια αναζήτηση επαγγελματικής αποκατάστασης, βρήκα εργασία ως καθηγητής Φυσικής Αγωγής σε ιδιωτικό σχολείο της Θεσσαλονίκης, με μειωμένο όμως ωράριο. Οταν θεσμοθετήθηκε η διαδικασία των διαγωνισμών του ΑΣΕΠ για εκπαιδευτικούς, έλαβα μέρος και διορίστηκα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Τα τελευταία χρόνια υπηρετώ στο 5ο Γυμνάσιο Παλαιού Φαλήρου.

Πότε πήρατε την απόφαση να γίνετε κληρικός;
Η ιδέα της ιεροσύνης παρουσιάστηκε και καλλιεργήθηκε με τρόπο ήπιο και αθόρυβο. Σημαντική υπήρξε η καθοδήγηση του πνευματικού μου, ο οποίος δέχεται με περισσή αγάπη την εξομολόγησή μου από την παιδική μου ηλικία και συμπαρίσταται πνευματικά με την ευχή του. Η συνεπής και διακριτική παρουσία του ιερέα πατέρα μου αποτελεί επίσης καταλυτικό παράγοντα. Η ατμόσφαιρα της σταθερής παρουσίας του Θεού και των ανθρώπων Του στη ζωή μου νομίζω ότι συνέχει την ωρίμανση της αρχικής διάθεσης και την εδραίωση της τελικής απόφασης για τη χειροτονία μου.

Κρίσιμη οπωσδήποτε υπήρξε η συγκατάθεση της συζύγου μου. Η τελική ευθύνη της χειροτονίας εναπόκειται στο πρόσωπο του επισκόπου που θα την επιτελέσει. Η εγκάρδια υποδοχή, η φωτισμένη πνευματική καθοδήγηση και η προσωπική συμβολή στην επίλυση μικρών ή μεγαλύτερων διλημμάτων χαρακτηρίζουν την παρουσία του μητροπολίτη Νέας Σμύρνης Συμεών στη μέχρι τώρα πορεία μου.

Η επιλογή σας αυτή ξένισε κάποιους στο περιβάλλον σας;
Η χειροτονία πραγματοποιήθηκε στην ηλικία των 33 ετών, όταν ήδη είχα την οικογένειά μου και τα τρία μου παιδιά. Ηταν επομένως, από απόψεως ηλικίας τουλάχιστον, μια απόφαση συνειδητή και όχι κάποια έμπνευση στιγμιαίου ενθουσιασμού. Ετσι και οι άνθρωποι που ήδη με γνώριζαν νομίζω ότι δεν παραξενεύτηκαν.

Παράλληλα με τη γυμναστική και την ιεροσύνη, όμως, συνεχίσατε τις σπουδές σας…
Ναι. Πριν από τη χειροτονία μου είχα ήδη ολοκληρώσει τις μεταπτυχιακές μου σπουδές και είχα ξεκινήσει τη διδακτορική μου διατριβή. Η προσπάθεια αυτή ολοκληρώθηκε ήδη, ενώ παράλληλα είχα την ευκαιρία να συμπληρώσω την εκπαίδευσή μου με επιπλέον σπουδές σε ξένες γλώσσες.

Το διδακτορικό σας αφορά τους εφήβους. Πόσο δύσκολη είναι τελικά αυτή η ηλικία;
Ισως θα ήταν προτιμότερο να αποκαλέσουμε την εφηβεία κρίσιμη ή αποφασιστική. Η ηλικία αυτή έχει όλα τα όμορφα στοιχεία της δημιουργίας, της επιλογής και της διαμόρφωσης αντιλήψεων, αξιών και συμπεριφορών. Στη διδακτορική μου διατριβή διερευνήθηκε ο τρόπος με τον οποίο οι έφηβοι αναπτύσσουν σχέσεις μεταξύ τους και η επίδραση που έχουν οι προσωπικές αξίες και το ήθος σ’ αυτή την αμφίδρομη σχέση. Αυτό που στον χώρο της παιδαγωγικής ονομάζουμε ηθική αγωγή είναι από τα πιο ενδιαφέροντα και συνάμα σύνθετα ζητήματα της σύγχρονης παιδαγωγικής επιστήμης διεθνώς. Δυστυχώς, στη χώρα μας ελάχιστο επιστημονικό ενδιαφέρον επιδεικνύεται σε παρόμοια θέματα. Ενδεικτικό ίσως είναι και το γεγονός ότι το διδακτορικό μου, παρότι πραγματοποιήθηκε με έρευνα σε γυμνάσια και έλαβαν μέρος περισσότεροι από 500 μαθητές και μαθήτριες, κρίθηκε ως «μη συναφές με το εκπαιδευτικό έργο» (!) που επιτελώ στο σχολείο. Η συγκεκριμένη κρίση, που διατυπώθηκε από το τοπικό υπηρεσιακό συμβούλιο και υπογράφτηκε από τους εκλεγμένους συνδικαλιστές – εκπαιδευτικούς της περιοχής, ίσως να είναι ενδεικτική και της σημασίας που επιδίδεται σε παρόμοια ζητήματα από ανθρώπους που λειτουργούν σε γραφειοκρατικούς μηχανισμούς.

Πάτερ είστε σήμερα γυμναστής σε σχολείο και αποτελείτε τη μοναδική περίπτωση εν ενεργεία γυμναστή – ιερέα στην Ελλάδα. Πώς σας αντιμετωπίζουν οι μαθητές σας;
Το αντιμετωπίζω ως μεγάλο δώρο. Η ενασχόληση με την εκπαίδευση, με την αγωγή των νέων παιδιών είναι πηγή χαράς και πρόκληση υπευθυνότητας. Ανάμεσα στις ασκήσεις, στις τεχνικές και στα παιχνίδια που εφαρμόζουμε στο σχολείο έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε τους μαθητές μας εγγύτερα, να τους πλησιάσουμε και να συζητήσουμε μαζί τους. Ετσι αναπτύσσεται ένα κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ μας.

Υπάρχει προκατάληψη;
Μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει κάτι τέτοιο αντιληπτό από μέρους μου. Ισως μια αρχική απορία ή ένα ξάφνιασμα στην αρχή. Με την πάροδο του έτους γνωριζόμαστε και συνεργαζόμαστε δημιουργικά τόσο με τα παιδιά όσο και με τους γονείς τους.

Είστε φίλος με τους μαθητές σας;
Στο επίπεδο της εκδήλωσης προσωπικού ενδιαφέροντος για τις δυνατότητες και τις ανάγκες κάθε μαθητή σίγουρα ναι. Ομως ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι ευρύτερος, καθώς περιλαμβάνει την ευθύνη της διδασκαλίας και της αγωγής.

Στο σχολείο κάνετε γυμναστική με το ράσο ή τη φόρμα;
Η αθλητική ενδυμασία αποτελεί για τον καθηγητή φυσικής αγωγής αυτονόητη συνθήκη. Το ίδιο ακριβώς καλούνται να εφαρμόζουν και οι μαθητές. Οπως ακριβώς ο χειρουργός φοράει τη χειρουργική του φόρμα έτσι και ο χώρος του σχολείου επιβάλλει αντίστοιχη αμφίεση για τον καθηγητή φυσικής αγωγής. Αυτό λοιπόν που, έπειτα από ευλογία του επισκόπου μας, εφαρμόζω είναι να χρησιμοποιώ κανονικά αθλητική φόρμα κατά τη διδασκαλία του μαθήματος. Ξέρετε, έχω συνηθίσει από παλιά αυτή τη διαδικασία και δεν μου φαίνεται αφύσικη.

Ως προς την ενορία ποια είναι εκεί τα καθήκοντά σας;
Στην ενορία, που βρίσκεται στο Παλαιό Φάληρο, αλλά όχι στην ίδια συνοικία με το σχολείο, ιερουργώ και συμμετέχω στις καθημερινά τελούμενες ιερές ακολουθίες και κηρύττω. Επιπλέον διακονώ το μυστήριο της εξομολόγησης και έχω την ευθύνη του τομέα νεότητας και της αιμοδοσίας της ενορίας μας. Η καθημερινή επικοινωνία με νέους ανθρώπους, η πραγματοποίηση τακτικών συναντήσεων για νέους και εργαζομένους κάθε Παρασκευή στις 9 το βράδυ, η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών αποτελούν ένα μέρος των ασχολιών μου.

Με την οικογένεια πώς τα καταφέρνετε;
Εχω τρία αγόρια (16, 14 και 9 ετών), που φοιτούν στη β΄ λυκείου, στη γ΄ γυμνασίου και τη γ΄ δημοτικού αντίστοιχα. Είναι εύλογο πως κι εγώ αντιμετωπίζω το συνεχές τρέξιμο των γονιών για την κάλυψη των ποικίλων αναγκών τους και πως έχω παρόμοιες αγωνίες και προβληματισμούς για το μέλλον τους. Ωστόσο, η ελπίδα που κυριαρχεί στον χώρο της πίστης στηρίζει και δίνει νόημα στη ζωή μας, όσο κι αν απογοητευόμαστε από εκείνους που διαχειρίζονται τα κοινά και κατέχουν υπεύθυνες θέσεις.»


» Ο ΔΙΑΣΗΜΟΣ ΧΟΡΕΥΤΗΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΜΟ «


Κείμενο του Δημήτρη Ριζούλη, που δημοσιεύθηκε στην «Κυριακάτικη Δημοκρατία» 25/3/2013.

Η απίστευτη ιστορία του «Νίκολσον» (Νίκος Καραδημητρίου) που από τα κάτεργα των Ναζί βρέθηκε στα κοσμικά σαλόνια και στο Hollywood πριν φορέσει το ράσο.
To 1927 στη Σάμο, εν μέσω πολλών οικονομικών δυσκολιών και επιδημίας ο Μανώλης και η Αφροδίτη Καραδημητρίου αποκτούν το έβδομο παιδί τους. Το νεογέννητο δείχνει εξασθενημένο και ο φόβος της επιδημίας κάνει τη μητέρα του να ανησυχεί ότι θα πεθάνει αβάπτιστο. Καλεί λοιπόν εσπευσμένα τον παπά να το βαπτίσει στο σπίτι ,όχι σε κολυμπήθρα (που ήταν δύσκολο να μεταφερθεί) αλλά μέσα στη λεκάνη που ζύμωναν το ψωμί! Το όνομα που του έδωσαν ήταν Νικόλαος. Το μωρό τελικά όχι μόνο επιβίωσε αλλά έμελλε να ζήσει μια ζωή που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι σενάριο ταινίας του Hollywood.
Ο Νίκος Καραδημητρίου τα επόμενα χρόνια θα βρεθεί στον Πειραιά όπου μετακόμισε η οικογένεια. Η ζωή θα είναι δύσκολη με φτώχεια και δυσκολίες αλλά και πολύ αγάπη από τους βιοπαλαιστές πολύτεκνους γονείς. Όμως το 1939 η μοίρα θα αποδειχτεί πολύ σκληρή για τον μικρό Νικόλα και τα αδέλφια του που θα χάσουν πρώτα τον πατέρα τους και λίγο καιρό μετά και τη μητέρα τους. Μέσα στα μαύρα χρόνια της κατοχής τα αδέλφια μένουν μόνα και πεινασμένα προσπαθώντας να επιβιώσουν με κάθε τρόπο. Το δράμα όμως για το 14χρονο (πλέον) παιδί δεν είχε ακόμα κορυφωθεί. Ένα μεσημέρι περιπλανώμενος στην Πατησίων και αναζητώντας δουλειά συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς επειδή είχε την ατυχία να περάσει από μπλόκο. Λίγο πριν Έλληνες αντιστασιακοί είχαν σκοτώσει έναν αξιωματικό των ναζί. Ο Νικόλας αν και άσχετος με την υπόθεση με συνοπτικές διαδικασίες οδηγείται σε ανάκριση και μετά αποφασίζεται η μεταφορά του σε στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων στην Αυστρία. Στοιβάζεται στο τρένο με προορισμό το Σάλτσμουργκ και καταλήγει στα κάτεργα του Λιντζ με αριθμό κρατουμένου «Ι 3012728». Το μαρτύριο του διαρκεί μέχρι το 1945 όταν το στρατόπεδο απελευθερώνεται από τους συμμάχους. Ο Νικόλας Καραδημητρίου άντρας πια, ξεκινάει το μακρύ ταξίδι της επιστροφής. Φθάνοντας μετά από ένα περιπετειώδες ταξίδι στον Πειραιά αναζητεί τις αδελφές του Βαρβάρα και Αλεξάνδρα που όταν τον αντικρίζουν δεν πιστεύουν στα μάτια τους αφού τον θεωρούσαν νεκρό.

Κάπου εκεί τελειώνουν οι τραυματικές εμπειρίες και τα συνεχή χτυπήματα της μοίρας και ξεκινά ένας νέος κύκλος για τον Νικόλα που θα τον οδηγήσει στην κορυφή της κοσμικής ζωής. Η αρχή γίνεται με την εγγραφή του στη σχολή χορού «Ζουρούδη» και τις πρώτες δουλειές για ελάχιστα χρήματα σε νυχτερινά μαγαζιά του Πειραιά. Ο Νικόλας σιγά σιγά εξελίσσεται και το ταλέντο του στον χορό γίνεται όλο και πιο αντιληπτό στους γύρω του. Σταδιακά μετατρέπεται σε επαγγελματία χορευτή και οι προτάσεις για τα μεγάλα βαριετέ της εποχής δεν αργούν να έρθουν. Θα εργαστεί στο «Μισούρι», στο «Argentina», στο «Κιτ κατ» και σε άλλα φημισμένα κέντρα διασκέδασης της εποχής. Φτιάχνει το πρώτο του μπαλέτο και αποκτά το καλλιτεχνικό όνομα που θα τον καθιερώσει: Νίκολσον. Το μπαλέτο του γίνεται ένα από τα πιο γνωστά της Αθήνας και λίγο μετά του προτείνουν να εργαστεί στην Τουρκία. Σε δύσκολες εποχές για τα ελληνοτουρκικά όχι μόνο αποδέχεται την πρόσκληση αλλά βρίσκεται να χορεύει ελληνικούς χορούς με φουστανέλα ενώπιον ανώτατων πολιτικών αρχόντων της Τουρκίας. Το γεγονός αποτέλεσε πρόκληση και ξεσήκωσε θύελλα εναντίον του στις τοπικές εφημερίδες. Τελικά συνελήφθη, ανακρίθηκε και μετά από πολλές ταλαιπωρίες εκδιώχθηκε.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εργάζεται στο «κόπα καμπάνα» (μαζί με τον Χάρυ κλιν στα πρώτα του βήματα), όπου μαζεύεται κάθε βράδυ όλη η κοσμική Αθήνα. Εκεί θα τον γνωρίσει ένας Ελληνοαιγύπτιος manager που θα τον καλέσει στο Κάιρο. Ο Νίκολσον με το μπαλέτο του ξεκινά τότε μια μεγάλη περιοδεία στην Αίγυπτο, στη Βηρυτό, στη Βαγδάτη, τη Βασόρα και την Τεχεράνη. Γνωρίζει μεγάλη αναγνώριση από πάμπλουτους και καλοπληρωτές Σεΐχηδες και Εμίρηδες, ανακαλύπτει τόπους μαγικούς και εξωτικούς και χορεύει στα μεγαλύτερα κέντρα διασκέδασης του Αραβικού κόσμου. Οι περιπέτειες του όμως είναι συνεχής αφού πολλές κινδύνεψε στα ταξίδια. Τη μια φορά όταν το καραβάκι που έπλεε στον Τίγρη ποταμό άρχισε να μπάζει νερά και σώθηκαν από θαύμα, ή όταν έπρεπε να διασχίσουν με λεωφορείο την κορυφή του βουνού Αλέι της Συρίας για να γλιτώσουν από ληστές που παραμόνευαν. Μετά την ολοκλήρωση της μεγάλης περιοδείας ο Νίκολσον επιστρέφει στην Αθήνα (με μια μικρή στάση και στην Κύπρο) και πιάνει δουλειά στο «Μουσείο» ως χορευτής του Μανώλη Χιώτη και της Μαίρης Λίντα . Είναι η εποχή του mambo και όλοι θέλουν να δουν και να μάθουν τον νέο χορό. Θα εργαστεί παράλληλα στη «σπηλιά του Παρασκευά» πριν πάλι την απόφαση για ένα νέο ταξίδι αυτή τη φορά στην Ιταλία. Εκεί ο Νίκολσον θα κάνει μεγάλη καριέρα. Θα εργαστεί στην «ορχιδέα» της Γένοβας, στο «πόρτα ντόρο» του Μιλάνου, στη Φλωρεντία, το Τορίνο, τη Νάπολη και τη Ρώμη. Θα γνωρίσει τον Αντριάνο Τσελεντάνο και πολλούς Ιταλούς καλλιτέχνες και θα χορεύει συχνά μπροστά σε διάσημους πελάτες όπως η Σοφία Λόρεν και ο Βίτορι Γκάσμαν. Το αποκορύφωμα της αναγνώρισης θα έρθει με τη συμμετοχή του στην μεγαλειώδη παραγωγή «Αντώνιος και Κλεοπάτρα» με πρωταγωνιστές τη Λιζ Τέιλορ και τον Ρίτσαρντ Μπαρντον. Ο Νίκολσον θα πάρει μέρος σε πολλές χορευτικές σκηνές ενώ θα υποδυθεί και έναν από τους Βασιλείς που εμφανίζονται στην ταινία. Όταν ολοκληρώθηκαν τα γυρίσματα ταξιδεύει για εμφανίσεις στην Ισπανία, την Πορτογαλία., την Καζαμπλάνκα στο Μαρόκο, τη Γερμανία και την Αυστρία. Μετά από συνεχείς Ευρωπαϊκές περιοδείες με το μπαλέτο του και μεγάλες επιτυχίες επιστρέφει στην Ελλάδα αποφασισμένος να σταματήσει τις εμφανίσεις. Κουρασμένος από τα ταξίδια και τα ξενύχτια ανοίγει καλλιτεχνικό γραφείο με μεγάλη επιτυχία. Οργανώνει εκδηλώσεις και συνεργάζεται με τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής μουσικής σκηνής. Τη Μαρινέλλα. Τον Γιώργο Ζαμπέτα, τη Μοσχολιού, τον Βοσκόπουλο κ.α. Ο Νίκολσον ως καλλιτεχνικός manager γίνεται ο «βασιλιάς» της νύχτας και της διασκέδασης. Δική του ανακάλυψη μάλιστα στην Γερμανία ήταν η 17χρονη τότε Κατερίνα Στανίση την οποία έφερε στην Αθήνα και ανέδειξε.

Ξαφνικά όμως όλα αλλάζουν για τον Νίκολσον όταν η αγαπημένη του αδελφή Αλεξάνδρα αρρωσταίνει και πεθαίνει το 1993. Ο μέτρ της διασκέδασης και του γλεντιού πέφτει σε βαθιά θλίψη συγκλονισμένος απ΄ τον χαμό της.
Μεγάλη Τρίτη 1993. Ο Νίκολσον πηγαίνει μετά από παράκληση φίλων του στο μικρό μοναστηράκι της Αγίας Σκέπης στον Σταυρό για να νιώσει καλύτερα. Εκεί ξύπνησε μέσα του κάτι διαφορετικό. Ένιωσε ηρεμία και πληρότητα που δεν είχε ξαναζήσει. Έφυγε πολύ επηρεασμένος και επέστρεψε στο σπίτι του βυθισμένος σε σκέψεις. Μπαίνοντας αποφάσισε να προσευχηθεί στο δωμάτιο της αδελφής του. Η μόνη προσευχή που ήξερε ήταν το «πάτερ ημών». Ξεκίνησε και ξέσπασε σε λυγμούς ενώ γύρω του στο δωμάτιο έβλεπε παντού σταυρούς. Αυτό το όραμα (όπως το θεώρησε) ξύπνησε μέσα του την βαθιά κρυμμένη πίστη που του είχε μεταδώσει όταν ήταν παιδάκι η πολύ ευσεβής μητέρα του. Συνειδητοποίησε ότι είχε μεγαλώσει κοινωνώντας συχνά και έχοντας στενή σύνδεση με την Εκκλησία. Βρήκε ξανά το πραγματικό νόημα της ζωής που είχε χάσει για χρόνια. Από τότε άρχισε να αδιαφορεί για τη δουλειά του και το γραφείο. Ξεκίνησε να διαβάζει την Αγία Γραφή και αποφάσισε να επισκεφθεί το Μοναστήρι της Πάτμου. Φθάνοντας στο νησί της αποκάλυψης και προσκυνώντας στο εκκλησάκι του σπηλαίου λαμβάνει την μεγαλύτερη απόφαση της ζωής του. Συναντά τους μοναχούς και τους αποκαλύπτει την πρόθεση του. Τους ζητεί να του υποδείξουν ένα απομονωμένο σημείο που ανήκει στη Μονή για να χτίσει εκεί ένα εκκλησάκι και να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του ως ερημίτης! Οι μοναχοί δεν του απάντησαν αμέσως θέλοντας πρώτα να βεβαιωθούν για τις προθέσεις του. Ο Νίκολσον επέστρεψε στην Αθήνα αναμένοντας την απάντηση αν και ήταν σίγουρος ότι θα ήταν θετική. Είχε νιώσει τη θεία κλίση. Η απάντηση δεν άργησε να έρθει και ήταν θετική. Του υπέδειξαν ως κατάλληλη την περιοχή «Καλαμωτή» και σιγά σιγά άρχιζε με πενιχρά μέσα, λίγα χρήματα και εργάτες και πολύ προσωπική εργασία να χτίζει το εκκλησάκι του. Οι φίλοι του καλλιτέχνες που πλέον έβλεπαν ότι δεν θα γυρίσει πίσω, προσπαθούσαν να τον μεταπείσουν. Εκείνος ανένδοτος συνέχιζε αφοσιωμένος να χτίσει το εκκλησάκι που θα ήταν και σπίτι του, ένα πραγματικό ησυχαστήριο στη μέση του πουθενά. Τότε ο ηγούμενος του προτείνει να τον κάνει μοναχό και ο Νίκολσον με συγκίνηση δέχεται λαμβάνοντας το όνομα Αλέξανδρος. Η κουρά του έγινε στις 8 Ιανουαρίου 1995. Όμως χρήματα δεν είχε πλέον για συνέχιση των εργασιών στον ναό. Και τότε γίνεται το θαύμα. Από το πουθενά λαμβάνει μια σημαντική αποζημίωση από το Αυστριακό κράτος για το μαρτύριο που πέρασε στα κάτεργα των Ναζί. Όλα τα χρήματα τα ρίχνει στην ανέγερση το ναού και σύντομα εγκαινιάζει το «ιερό κάθισμα μεταμορφώσεως του Σωτήρος Πάτμου». Πλήθος κόσμου τον επισκέφθηκε όλα αυτά τα χρόνια στο ησυχαστήριο του. Ο ταπεινός ερημίτης με την μεγάλη αγάπη για τη φύση και τα ζώα έγινε πόλος έλξης των πιστών. Μεταξύ αυτών και πολλοί καλλιτέχνες, παλαιοί του φίλοι έσπευσαν να τον δουν. Ο π. Αλέξανδρος συνδέθηκε τα 18 αυτά χρόνια με σειρά θαυμαστών γεγονότων και θεραπείες ασθενών. Παρά τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει εδώ και καιρό συνεχίζει να διακονεί τον θεό με την ίδια αυταπάρνηση. Όσο για τη μεταστροφή του αρκούν όσα λέει ο ίδιος για την απίθανη ζωή του: « Ζούσα θαυμάσια. Τα είχα όλα. Βέβαια έτσι νόμιζα. Από τότε που βρήκα τον Θεό πίκρες και προβλήματα δεν υπάρχουν. Έκανα τέσσερις εγχειρήσεις και ούτε που το κατάλαβα. Μερικοί παλαιοί φίλοι μπορεί να πουν «καλά, ο Νίκολσον τα λέει αυτά, είναι δυνατόν, αυτός που ζούσε μέσα στη διασκέδαση;”. Ναι φίλοι μου, εγώ, Θέλει τόλμη η αλλαγή αλλά αξίζει. Την πραγματική ευτυχία τη βρίσκεις μόνο κοντά στο Θεό».
Info:
Τη ζωή του Νίκολσον και πλέον μοναχού Αλέξανδρου έχει συγγράψει ο π. Θεμιστοκλής Χριστοδούλου και την εξέδωσε σε ένα θαυμάσιο βιβλίο με τον τίτλο «από χορευτής μοναχός» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις«Ομολογία».


ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΟΜΟΤ. ΚΑΘΗΓΗΤΗ κ. ΛΑΥΡ. ΔΕΛΛΑΣΟΥΔΑ

 

Έφθασε λοιπόν ο καιρός που οι τυφλοί…ανέβλεψαν,
 

μπήκαν μπροστά και δείχνουν σ’ όλους μας το φως,
 

ενώ οι βλέποντες τυφλώθηκαν κι ακούν μόνο τις φωνές του σκοταδιού
 

που ζητούν να γυρίσουν πίσω τους πολλούς,
 

για να μπορούν να αλωνίζουν οι λίγοι.
 

Ομότιμος Καθηγητής Λαυρέντιος Γ. Δελλασούδας

Το άρθρο αυτο δημασιεύθηκε στις 26/2/2013 στο meallamatia.blogspot.gr του Βαγγέλη Αυγουλά και αφορά τον προβληματισμό του Καθηγητή για τον εμπαιγμό που υφίστανται οι τυφλοί.Ο Καθηγητής Λαυρ. Δελλασούδας έχει ασχοληθεί με την αντιμετώπιση τής ποιότητας ζωής των Κοινωνικά Ευπαθών Ομάδων γενικότερα και ειδικά όσα αναφέρονται στα Ατομα με Αναπηρία ή κατά την πρόταση του ίδιου «στα Πρόσωπα με Αναπηρία»,την ενσωμάτωση τους και την ένταξη τους.


ΚΑΛΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ 2012


Οι εκδηλώσεις για τον εορτασµό των Χριστουγέννων 2012 είχαν την τιµητική τους στην Πόλη. Τα καθιερωµένα κάλαντα έψαλαν στο Πέρα µαθητές των σχολείων µας µαζί µε οµογενείς και εξ Ελλάδος παρεπιδηµούντες.
Η χριστουγεννιάτικη ποµπή ξεκίνησε µπροστά από το Ζωγράφειο µε τον λυκειάρχη του Γιάννη ∆εµιρτζόγλου να παίζει το ακορντεόν, και τα παιδιά να τραγουδούν χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Στη συνέχεια, κατευθύνθηκαν στο Σισµανόγλειο Μέγαρο και από εκεί στο Φανάρι και το Γηροκοµείο Βαλουκλή.
Στο Φανάρι, τα παιδιά έψαλαν τα κάλαντα και χριστουγεννιάτικα τραγούδια στον Οικουµενικό Πατριάρχη στην κατάµεστη αίθουσα του Θρόνου. Στη συνέχεια, ο κ. Καλαµάρης, πρόεδρος του Συνδέσµου Ερ.Θ.Ο αναφέρθηκε στην καθιερωµένη πλέον χριστουγεννιάτικη επίσκεψη στο Φανάρι και το Γηροκοµειο ενώ ο Οικουµενικός Πατριάρχης µίλησε για τον αγώνα κατά της φτώχειας και την ανάγκη στήριξης των αναξιοπαθούντων συνανθρώπων µας ενώ αναφέρθηκε και στην κήρυξη του έτους 2013 ως έτος «Παναθρώπινης Αλληλεγγύης».
Η χριστουγεννιάτικη ποµπή μετά το Φανάρι συνέχισε για το Γηροκοµείο Βαλουκλή, όπου μοιράστηκαν στιγμές θαλπωρής με τους γηροκοµούµενους προσφέροντάς τους χριστουγεννιάτικα κεράσµατα και ανταλλάσσοντας ευχές για την Γέννηση του Χριστού. φωτο:Νικ.Μαγγίνας, Ηχώ της Πόλης.

 

~~~~~~~

Ένα δειλινό στη Χάλκη…

 

Χάλκη 28 Ιουνίου 2012
Κείμενο του Μητροπολίτη Πέργης Ευαγγέλου

Γειτονιά μου πια η Χάλκη. Καλοκαιρινή συντρόφισσα, νησιώτικη. Με γνωριμία εξήντα και πλέον χρόνων. Από τότε, που μια από τις κορυφές της-της ελπίδος- μας μπόλιαζε την Ορθοδοξία. Τον χριστιανισμό, γενικότερα. Υπό την Αγία Τριάδα. Κι εμείς της ψάλλαμε την δόξα της, με τις μελωδικές περιφορές μας γύρω της, για τη γιορτή που μας χάρισε:

«Του πνεύματος επιδημία»

Τώρα την ατενίζω από τα κράσπεδα του λόφου της, πιστώνοντας τη δωρεά με θεωρία. Με θαυμασμό κι εὐγνωμοσύνη. Και περιφέροντας την ευωδία της ελπίδας της σ ὅλα τα πλάτη του νησιού, και στα ψηλώματα με τις χαριτωμένες της πευκοφωλιές, και στις ακρογυαλιές.

Παντού λειτουργείται η αγιασμένη ιστορία μας. Κι ἡ αλησμόνητη. Μ ὀρθάνοιχτα μέσα της τα μάτια των αγίων μας και των αγγέλων μας και των απόντων. Και ξεχυμένη μέχρι τα πέλαγα η μυρωδιά του λιβανιού κι’ ο θόρυβος ο μυσταγωγικός απ τά περάσματα τα ιερά κι ἀπ τίς εμφάνειες της θείας παρουσίας. Όλες έτοιμες να μας ξυπνήσουν, να μας αγκαλιάσουν, να μας προστατέψουν, να μας σώσουν:
«Αντιλαβού, σώσον, ελέησον …»
Λίγοι πια οι φίλοι με την παλιά ρωμέϊκη φινέτσα. Με το ηρωϊκό συναίσθημα της νοσταλγίας. Να βλέπουν μέσα από τα κλαδιά το κύμα να κουβεντιάζει με τις ακτές την παραλία να την τραγουδάει η Προποντίδα. Να διακρίνουν στο βάθος, μέσα στο υγρό θόλωμα την Πόλη, με την Αγιασοφιά σαν αξημέρωτο όνειρο. Κι ἀκόμα να μνημονεύουν την Καμαριώτισσα και τον Αη-Γιάννη τον Πρόδρομο, τον Αη-Γιώργη του Κρημνού, τον Αη-Σπυρίδωνα και κάτι εκκλησάκια, περεχυμένα με τ’ αγιάσματα, Παρασκευής της Παρθενομάρτυρος, Ευφημίας της θαυματουργής, Νικήτα του αθλοφόρου κ. α.

Φίλα ολ’ αυτά, μας κρατούν το ρυθμό συχνά με τον πρόμαχο της αγιάτρεφτης μνήμης φίλο μου Πρωτοψάλτη, μελοποιώντας στροφές καινές μέσα σ ἕνα σύγχρονο Συναξάρι και «Μηναίο» της Πόλης. Και φυσικά και της Χάλκης.

Κι είναι τόσα πολλά τα ρήματα που αξίζουν ψάλματα!
Πήραμε το δρόμο στο δειλινό να χαρούμε τη δ%8